Προεκλογική συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ στο Σύνταγμα.

 


Σαν σήμερα, πριν από 45 ολόκληρα χρόνια, στις 18 Οκτωβρίου του 1981, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κέρδισε τις εθνικές εκλογές με το ασύλληπτο ποσοστό του 48,06%. Ήμουν μικρό παιδί, 13 χρονών τότε και θυμάμαι ελάχιστα πράγματα.

Στις επόμενες, όμως, πρόωρες εκλογές που έγιναν την Κυριακή 2 Ιουνίου 1985, που το ΠΑΣΟΚ ξανακέρδισε με ποσοστό 45,82% και 161 έδρες, ήμουν μαθητής της Β’ Λυκείου.

Τότε, μέναμε οικογενειακά στην Αθήνα, στο Χαϊδάρι. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς πείσαμε τους γονείς μας, τρεις συμμαθητές, ο Μιχάλη, ο Σταύρος κι εγώ να πάμε να παρακολουθήσουμε την κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του Ανδρέα Παπανδρέου στο Σύνταγμα, την τελευταία Παρασκευή πριν τις εκλογές, στις 31 Μαΐου. Θυμάμαι, όλοι στο σχολείο, όλη η γειτονιά, μιλούσε για αυτή τη συγκέντρωση. Θεωρήθηκε η μεγαλύτερη κομματική συγκέντρωση της Μεταπολίτευσης, με σκηνοθέτη τον Τάσο Μπιρσίμ.

Ξεκινήσαμε νωρίς το απόγευμα κατά τις 5.00 με το 812 λεωφορείο που έκανε τέρμα στην πλατεία Κουμουνδούρου. Από εκεί με τα πόδια ανηφορίσαμε την οδό Ευριπίδου (γνώριμο δρομολόγιο για εμάς) και φτάσαμε στην πλατεία Ομονοίας. Από εκεί συνεχίσαμε μέσω της οδού Πανεπιστημίου για να φτάσουμε στο Σύνταγμα. Όσο πλησιάζαμε, τόσο πλήθαινε ο κόσμος, μέχρι που στο τέρμα της Πανεπιστημίου, δεν πήγαινε άλλο. Είχαμε φρακάρει.

Δεν μας ένοιαζε βέβαια να προχωρήσουμε και άλλο. Ήδη το είχαμε καταευχαριστηθεί, γιατί και για τους τρεις μας ήταν η πρώτη συγκέντρωση που πηγαίναμε. Παρακολουθούσαμε τον παλμό του κόσμου, έχοντας στο βάθος του οπτικού μας πεδίου την πλατεία Συντάγματος που είχε στηθεί η εξέδρα. Δεν ξέρω πώς βρεθήκαμε με τρεις σημαίες με τον πράσινο ήλιο στα χέρια να τις ανεμίζουμε ξέφρενα και να φωνάζουμε κι εμείς τα συνθήματα που ακούγαμε από τους διπλανούς μας. Ήταν μια μοναδική και πρωτόγνωρη εμπειρία για εμάς. Και βέβαια, απογειωθήκαμε, μαζί με το υπόλοιπο συγκεντρωμένο πλήθος, όταν βγήκε στην εξέδρα ο Ανδρέας και άρχιζε να μιλάει. Η βραδιά κύλησε με τον ίδιο ξέφρενο ρυθμό, φωνάζοντας, χοροπηδώντας και ζητωκραυγάζοντας, έχοντας κι εμείς παρασυρθεί από τον προεκλογικό παλμό του πλήθους.

Η συγκέντρωση πρέπει να τελείωσε κατά τις 10.00. Ήμασταν ήδη πέντε ολόκληρες ώρες στον δρόμο και κατάκοποι πήραμε τον δρόμο της επιστροφής: Πανεπιστημίου, Ομόνοια, Ευριπίδου, Πλατεία Κουμουνδούρου. Πρέπει να φτάσαμε στη στάση του λεωφορείου μετά τις 11.00. Στάση είδαμε, αλλά λεωφορείο ούτε για δείγμα! Ποιος να πρωτοπάρει άλλωστε το λεωφορείο, αφού χιλιάδες Αθηναίοι προσπαθούσαν να μετακινηθούν με τον ίδιο τρόπο! Μετρό, βέβαια, δεν υπήρχε εκείνα τα χρόνια.

Περιμέναμε κάμποση ώρα μπας και σταθούμε τυχεροί, αλλά πού! Η ώρα πρέπει να κοντοσίμωνε μεσάνυχτα. Λεφτά για να πάρουμε ταξί, ούτε για αστείο. Αλλά ούτε ταξί υπήρχε και να θέλαμε.

Και τότε, δεν θυμάμαι ποιος από τους τρεις μας, έριξε την τρομερή ιδέα. Να επιστρέψουμε με τα πόδια πίσω στο Χαϊδάρι! Μέσα στην απογοήτευσή μας και με την τρέλα της νεανικής μας ηλικίας, μας φάνηκε ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Είχαμε άγνοια της απόστασης, που πρέπει να ήταν κοντά στα 15 χιλιόμετρα, ίσως και παραπάνω. Πήραμε και ένα φακελάκι πασατέμπο να περνάει η ώρα και ξεκινήσαμε τον ποδαρόδρομο.

Μετά από κάμποση ώρα βγήκαμε στη λεωφόρο Αθηνών, λεωφόρο Καβάλας όπως τη λέγαμε τότε. Ήμασταν ξεθεωμένοι από το περπάτημα και λυσσασμένοι από το αλάτι των πασατέμπων, αφού ούτε νερό είχαμε μαζί μας.

Και εκεί, πάνω στην απελπισία μας, περασμένες 2.00 τα ξημερώματα, μας ήρθε η φαεινή ιδέα! Να κάνουμε ώτο-στοπ όπως είχαμε δει στις ταινίες. Τα αυτοκίνητα, κινούμενα με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δεν σταματούσαν.

Και εκεί που η απελπισία, μαζί με φόβο, πλέον, άρχισε να μας κυριεύει, βλέπουμε ένα μεγάλο φορτηγό να βγάζει φλας και να σταματάει δίπλα μας.

Πού πάτε βρε παιδιά τέτοια ώρα, μας ρωτάει ο οδηγός με περιπαικτικό χαμόγελο. Του εξηγήσαμε τον Γολγοθά μας και τον παρακαλέσαμε αν μπορεί να μας πάρει μαζί του και να μας αφήσει πιο πέρα, κάπου κοντά στη γειτονιά μας. Δεν είχαμε αντιληφθεί πάνω στο ζόρι μας, ότι το φορτηγό που σταμάτησε ήταν ψυγείο κρεάτων!

Ο οδηγός, καλά να είναι ό άνθρωπος, μας είπε, αν θέλουμε να μας βάλει πίσω στο ψυγείο που ήταν άδειο, εκτός λειτουργίας. Κατέβηκε, λοιπόν, μας άνοιξε τη βαριά πόρτα του ψυγείου κι εμείς, χωρίς να το πολυσκεφτούμε, πηδήξαμε μέσα. Προλάβαμε, πριν κλείσει πάλι την πόρτα, να του πούμε να μας αφήσει στο «Παλατάκι».

Την ώρα που ασφάλιζε την πόρτα και επικράτησε το απόλυτο σκοτάδι στον ψυκτικό θάλαμο, καταλάβαμε την αποκοτιά μας. Αλλά ήταν πλέον αργά. Ο οδηγός ξεκίνησε και εμείς πίσω, μόνοι μας, να μην βλέπουμε ούτε τη μύτη μας. Στην πρώτη στροφή που πήρε το φορτηγό ακούσαμε έναν ανατριχιαστικό, μεταλλικό ήχο πάνω από τα κεφάλια μας. Ήταν τα γυμνά τσιγκέλια που κρεμούσαν τα κρέατα και που πήγαιναν πάνω κάτω, κατά μήκος του θαλάμου, γλιστρώντας πάνω στις ράγες που ήταν στερεωμένα. Πάγωσε το αίμα μας! Ξαπλώσαμε σχεδόν τελείως στο πάτωμα του θαλάμου, με τα τσιγκέλια να κάνουν βόλτες από πάνω μας, σε κάθε στροφή του φορτηγού. Κρατούσαμε την ανάσα μας, έχοντας ξεραθεί το στόμα μας, με κλειστά τα μάτια, αναμένοντας το μοιραίο! Κάποιο τσιγκέλι να μας διαπεράσει και να μας σηκώσει σαν το σφαχτάρι!

Μετά από ώρα, δεν μπορώ να καταλάβω πόση, νιώσαμε το φορτηγό να κόβει ταχύτητα, μέχρι που σταμάτησε. Η βαριά πόρτα άνοιξε και είδαμε επιτέλους φως, μαζί με το γελαστό πρόσωπο του οδηγού. «Δεν πιστεύω να φοβηθήκατε», μας, είπε ειρωνικά. Μας βοήθησε να πηδήξουμε από το φορτηγό, αφού τα πόδια μας δεν μας κρατούσαν από την τρομάρα και έτρεμαν.

Δεν θυμάμαι αν τον ευχαριστήσαμε καν τον άνθρωπο. Τα σπίτια μας ήταν σχετικά κοντά. Προχωρούσαμε αμίλητοι μέχρι που φτάσαμε. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε μέχρι η καρδιά μας να επανέλθει στους κανονικούς παλμούς.

Δεν θυμάμαι αν μπαίνοντας στο σπίτι με περίμεναν οι γονείς μου. Μικρή σημασία έχει. Το θέμα είναι ότι αυτή η πρώτη μου προεκλογική συγκέντρωση μου έχει μείνει αξέχαστη!

Χαλάλι σου Ανδρέα!!!

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η προμήθεια όπλων και πολεμοφοδίων των Κρητικών κατά το 1ο έτος της επανάστασης του 1821.