Τι χρειάζεσαι για να εκλεγείς βουλευτής στην Ελλάδα;
Με αφορμή τα όσα ακούγονται και γράφονται το τελευταίο διάστημα περί εμπλοκής Υπουργών και Βουλευτών σε διάφορα σκάνδαλα, αλλά και τη γενικότερη απαξίωση που έχει δημιουργηθεί από την κοινωνία προς την πολιτική και τους πολιτικούς, ανέτρεξα σε εργασία που είχα εκπονήσει προ τριετίας που ήμουν μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Π.Κ.
Στη
μεταπολεμική Ελλάδα υπάρχουν συγκεκριμένα κοινωνικά μοτίβα και standards που
ακολουθούν οι πολίτες προκειμένου να καταλάβουν μια από τις 300 προνομιακές
θέσεις του ελληνικού κοινοβουλίου.
Επαγγελματική ιδιότητα των βουλευτών
Το επάγγελμα αποτελεί θεμελιώδες
συστατικό της ταυτότητας των ατόμων, βασικό πεδίο ένταξής τους σε κοινωνικές
κατηγορίες και στοιχείο από το οποίο έλκουν την κοινωνική και ταξική τους θέση.
Στην Ελλάδα, η δημόσια συζήτηση για
την επαγγελματική κατάσταση των βουλευτών επισκιάζεται τα τελευταία χρόνια τόσο
από αντεγκλήσεις και κατηγορίες περί διαφθοράς και διαπλοκής του πολιτικού
προσωπικού όσο και από κατηγορίες περί ρυθμίσεων ευνοϊκής μεταχείρισης υπέρ
του. Η συνταγματική αναθεώρηση του 2001, που προέβλεπε το πλήρες ασυμβίβαστο
ανάμεσα στη βουλευτική ιδιότητα και στην ταυτόχρονη άσκηση επαγγέλματος,
κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά συνάντησε ισχυρές αντιδράσεις και η συγκεκριμένη
διάταξη αναθεωρήθηκε στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση του 2007.
Έτσι, αποτελεί πάγια τακτική, κανένα απολύτως μέλος του ελληνικού
κοινοβουλίου να μην δηλώνει ως επάγγελμα στο βιογραφικό του αυτό του βουλευτή ή
πολιτικού, ακόμα και αν δεν έχει ουσιαστικά ασκήσει κάποιο άλλο επάγγελμα από
την απαρχή της πολιτικής του καριέρας.
Παραμένει
πάντα επίκαιρη η ρήση του Woodrow Wilson: «το επάγγελμα το οποίο διάλεξα ήταν η
πολιτική. Το επάγγελμα το οποίο μπήκα ήταν τα νομικά. Μπήκα σε αυτό γιατί πίστευα
ότι θα με οδηγήσει στο πρώτο». Τα νομικά ήταν παραδοσιακά και ως έναν
βαθμό παραμένουν, τυπικό παράδειγμα επαγγέλματος «πολιτικής ώθησης», αφού
δίνουν τη δυνατότητα απόκτησης μέσω αυτών ενός εκτεταμένου δικτύου επαφών,
ευελιξία στον χρόνο απασχόλησης, εξοικείωση με τον γραπτό λόγο και έκθεση σε ακροατήρια.
Στο ελληνικό κοινοβούλιο κυριαρχεί,
διαχρονικά, το νομικό επάγγελμα με ποσοστό 26%, έπεται το επάγγελμα του ιατρού
με ποσοστό 14%, οι μηχανικοί, που εννοούνται οι απόφοιτοι των Πολυτεχνικών
σχολών, με ποσοστό 12% και ακολουθούν οι οικονομολόγοι με ποσοστό 10%.
Το εκπαιδευτικό κεφάλαιο των βουλευτών
Οι Gaxie και Godmer υπογραμμίζουν
ότι «όσο
περισσότερο μια θέση έχει αξία μέσα στην κοινωνία, τόσο πιο ελκυστική είναι και
όσο πιο ελκυστική είναι, τόσο πιο έντονος είναι ο ανταγωνισμός γι αυτή».
Η
εκπαίδευση θεωρείται ως η πλέον σημαντική παράμετρος της προσωπικής διαδρομής
στις πολιτικές καριέρες. Με την έννοια αυτή συνιστά ένα σημαντικό εφαλτήριο που
συμβάλλει στην είσοδο στο πολιτικό πεδίο και δη στον κοινοβουλευτικό μικρόκοσμο
και γι αυτό θεωρείται ως η πλέον σταθερή παράμετρος στρατολόγησης πολιτικού
προσωπικού μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Σε
μια χώρα που οι πτυχιούχοι ΑΕΙ δεν ξεπερνούν το 17%, οι κάτοχοι μεταπτυχιακών
και διδακτορικών τίτλων είναι κάτω από 4% και 1% αντίστοιχα, οι βουλευτές και
βουλεύτριές μας διαφοροποιούνται θετικά, διαθέτοντας, σε υψηλά ποσοστά,
ανώτατες πανεπιστημιακές σπουδές. Σε εθνικό επίπεδο, το σύνολο σχεδόν των
κοινοβουλευτικών εκπροσώπων της χώρας διαθέτει κάποιο πτυχίο ΑΕΙ, ενώ
μεταπτυχιακές σπουδές διαθέτει, διαχρονικά κατά Μ.Ο. πάνω από το 1/3 των
βουλευτών μας. Αξιοσημείωτοι είναι και οι διδακτορικοί τίτλοι σπουδών που
αυξάνονται με την πάροδο των ετών.
Πολιτική προϋπηρεσία
Η
πολιτική προϋπηρεσία συνιστά πολύ σημαντική προϋπόθεση κοινοβουλευτικής
καριέρας. Ο δρόμος για την κοινοβουλευτική έδρα και την κομματική καθιέρωση
περνά μέσα από την κομματική ολιγαρχία. Μέσω της πολιτικής προϋπηρεσίας
περιγράφεται η προϋπηρεσία στον κομματικό μηχανισμό, οι θέσεις στην κομματική
ολιγαρχία, οι αιρετές ή μη αιρετές θέσεις στην αυτοδιοίκηση, οι θέσεις σε
συνδικαλιστικούς φορείς.
Η
πρότερη συμμετοχή των βουλευτών σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, η θέση/εις στο
κόμμα καθώς και η θέση/εις στην αυτοδιοίκηση, αποτελούν τις κατηγορίες που
συγκεντρώνουν τα μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής.
Σε
εθνικό επίπεδο, σχεδόν το 70% των κοινοβουλευτικών μας εκπροσώπων είχαν
μικρότερη ή μεγαλύτερη συμμετοχή στα όργανα του κόμματος με το οποίο τελικά
κατήλθαν στις εκλογές και εξελέγησαν. Επίσης, μεγάλο ποσοστό των
βουλευτών/τριών είχαν υπηρετήσεις σε διάφορους βαθμούς της Τοπικής
Αυτοδιοίκησης, ως αιρετά ή, παλαιότερα, ως διορισμένα μέλη. Τέλος, δεν είναι αμελητέο
το ποσοστό των βουλευτών/τριών που είχαν ασχοληθεί με τον συνδικαλισμό, σε όλων
των βαθμών τα συνδικαλιστικά όργανα, πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια ή
τριτοβάθμια.
Πολιτική οικογενειακή παράδοση
Στην
Ελλάδα, ο ρόλος των «πολιτικών τζακιών» σχετίζεται με τον τρόπο που
λειτουργούσαν οι προδικτατορικές πελατειακές σχέσεις και τα πολιτικά κόμματα.
Τα στελέχη αυτά κατάφερναν να δομήσουν τα δικά τους πελατειακά δίκτυα τα οποία
τους διασφάλιζαν την απαραίτητη εκλογική υποστήριξη. Οι εκπρόσωποι των συγκεκριμένων
«τζακιών» ήταν μάλιστα που, σε συνεργασία με τους αρχηγούς των κομμάτων
διαμόρφωναν και τις λίστες με τους υποψήφιους βουλευτές. Μεταδικτατορικά, τα
συγκεκριμένα πελατειακά δίκτυα, αν και αποδυναμωμένα, εξακολουθούν σε μεγάλο
βαθμό να είναι ακόμα ενεργά.
Αναφορικά
με το μεταπολιτευτικό ελληνικό κοινοβούλιο, με λίγες εξαιρέσεις, όσο πιο μεγάλη
είναι μια εκλογική περιφέρεια, τόσο πιθανότερο είναι οι βουλευτές/τριες που
εκλέγονται σε αυτή να προέρχονται από πολιτική οικογένεια. Το υψηλότερο ποσοστό
καταγράφηκε το 2000, όταν στη Β’ Αθηνών το 27,9% βουλευτών/τριών είχε συγγενή
με προηγούμενη θητεία στο ελληνικό κοινοβούλιο.
Αναλυτικότερα,
μέχρι και το 2012, εποχή που βρισκόμαστε στη δίνη της οικονομικής κρίσης, ένα
στα τέσσερα στελέχη της ΝΔ προέρχεται από κάποια πολιτική οικογένεια, συνθήκη η
οποία βρίσκεται σε άμεση σύμπλευση με το γεγονός ότι η ΝΔ υπήρξε το κόμμα στο
οποίο εντάχθηκε σημαντικό ποσοστό στελεχών της προδικτατορικής περιόδου.
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ, το οποίο σε μεγάλο βαθμό ανέδειξε καινούργια στελέχη, ιδίως
από τις εκλογές του 1977 και μετά, παρουσιάζει χαμηλό ποσοστό οικογενειακής
παράδοσης, που φτάνει στο 11,5%.
Στο
σύνολο του ελληνικού κοινοβουλίου, κατά
Μ.Ο., το 15% των βουλευτών/τριών, όλων των κομμάτων, έχει κάποια οικογενειακή
σχέση με προγενέστερο πολιτικό πρόσωπο.
Συμπερασματικά,
αν είσαι νέος ή νέα και θες με αξιώσεις να εκπροσωπήσεις τη χώρα στο
Κοινοβούλιο, κάνε τις καλύτερες δυνατές σπουδές, με προτίμηση τη νομική, κάνε
οπωσδήποτε ένα καλό μεταπτυχιακό ή και ένα διδακτορικό, εντάξου σε κάποιο κόμμα
που σε εκφράζει και προσπάθησε να ανελιχθείς στην ιεραρχία του. Αν έχεις και
κάποιο συγγενικό σου πρόσωπο που ασχολείται με την πολιτική, ή έχει ασχοληθεί
παλαιότερα, προσέγγισέ το.
ΚΑΛΗ
ΕΠΙΤΥΧΙΑ!!!

Σχόλια