Νίκος Ορφανός: Ο ηθογράφος δάσκαλος του Ρεθύμνου

 

Ο Νίκος Ορφανός γεννήθηκε το 1924 στα Πλευριανά Μυλοποτάμου και πέθανε στην Αθήνα το 2005.  Πατέρας του ήταν ο δάσκαλος Αντώνης Ορφανός και μητέρα του η Ειρήνη Ζαχαράκη. Είχε ακόμα δυο αδέρφια, τον Αντώνη, μετέπειτα επιστάτη στο Γυμνάσιο Αρρένων και την Ελένη. 

Ο δάσκαλος Αντώνης Ορφανός, με τους γιους του Νίκο (δεξιά) και Αντώνη (αριστερά)

Τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο τα διδάχθηκε στη Λαγκά, χωριό της μητέρας του, όπου εκεί υπηρετούσε ο πατέρας του ως δάσκαλος. Στη συνέχεια φοίτησε στο σχολείο των Πλευριανών και την τελευταία τάξη του δημοτικού την ολοκλήρωσε στο Ρέθυμνο, όπου μετατέθηκε ο πατέρας του. Το σπίτι τους ήταν στην παλιά Πόλη, πίσω από την πλατεία Τίτου Πετυχάκη. Στο Ρέθυμνο τελείωσε και το Γυμνάσιο στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής.


Ο Νίκος Ορφανός σε νεαρή ηλικία.

 Πήρε το πτυχίο του Δασκάλου από την Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου και μετά από μια μακροχρόνια στρατιωτική θητεία, που διήρκεσε πάνω από τρία χρόνια λόγω του Εμφυλίου, διορίστηκε Δάσκαλος στο ορεινό κτηνοτροφικό χωριό Κούμοι του Ρεθύμνου. Εκεί γνώρισε και τη σύζυγό του, Ελένη Πολογιώργη, η οποία, υπερενενηντακονταετής, πλέον ζει στην Αθήνα. 

Ο Νίκος Ορφανός με τη σύζυγό του Ελένη Πολογιώργη και τις κόρες τους Ειρήνη, Μαρία και Αμαλία, το 1959. Η Ελένη είναι έγκυος στην τέταρτη κόρη τους της Αντωνία.

Μαζί απέκτησαν τέσσερις κόρες: Την Ειρήνη (1953), τη Μαρία (1954), την Αμαλία (1956) και την Αντωνία (1959). Στους Κούμους υπηρέτησε εννιά χρόνια, από το 1950 έως το 1959, κοντά στους αγνούς ανθρώπους της υπαίθρου, με τον παραδοσιακό, ακόμα, τρόπο ζωής και μελέτησε, ζώντας ανάμεσά τους, τα γνήσια ήθη, έθιμα, λαλιά και ψυχοσύνθεση του βουνίσιου Κρητικού.


Η οικογένεια Ορφανού σε πλήρη σύνθεση το 1961.

 Όλα αυτά τα στοιχεία τα φύλαξε μέσα του και όταν μετατέθηκε στην πόλη του Ρεθύμνου, το 1959, άρχισε να δημοσιεύει στον ημερήσιο Τύπο και στα κρητικά περιοδικά ηθογραφικά διηγήματα, που το καθένα είχε μέσα του πλήθος λαογραφικών στοιχείων από τη ζωή των κατοίκων του κρητικού χωριού.


Ο Νίκος ορφανός στους Κούμους με κάτοικο του χωριού.

 Τις πνευματικές του ανησυχίες τις κληρονόμησε από την πατέρα του, ο οποίος έγραφε κι αυτός και δημοσίευε με το ψευδώνυμο «Βιλαράς». Στο Ρέθυμνο υπηρέτησε στο δημοτικό σχολείο του Γιαννουδίου και στη συνέχεια στο δημοτικό του Ορφανοτροφείου, που στεγαζόταν στο 5ο Δημοτικό σχολείο. 




Ο Νίκος Ορφανός με μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Γιαννουδίου σε διάφορες σχολικές εκδρομές.




Ο Νίκος Ορφανός σε παρέλαση και Γυμναστικές επιδείξεις με το Σχολείο του Ορφανοτροφείου.

Το 1966, με την ευκαιρία της επετείου των 100 χρόνων από τη μεγάλη κρητική επανάσταση και το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, η Καλλιτεχνική Σκηνή Ρεθύμνης ανέβασε το θεατρικό ηθογραφικό έργο του «Καλά ξέτελα» και αργότερα το άλλο έργο του «Τα σηκωματάρικα». 


Οι συντελεστές του θεατρικού έργου "καλά ξέτελα", στο Ωδείο Ρεθύμνου, με τον Νίκο Ορφανό στο κέντρο. Στα πόδια του, το κοριτσάκι με το λευκό φόρεμα είναι η κόρη του Αμαλία, που συμμετείχε στην παράσταση.

Το 1967 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Κρητικά διηγήματα», το οποίο επανεκδόθηκε το 1987 και το 1990, ενώ το 1989 κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο «Οι κύκλοι του δρυγιά».


Η Πρώτη και η τρίτη έκδοση του βιβλίου "Κρητικά διηγήματα" και "Οι κύκλοι του δρυγιά".

Το 1970 μετακόμισαν οικογενειακώς στην Αθήνα, ώστε οι κόρες του να μπορούν να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στη γνώση, αφού η πρωτότοκη κόρη η Ειρήνη ήθελε να σπουδάσει γιατρός, όπως και έγινε.  Αγόρασαν ένα μικρό τριάρι στην Κυψέλη, όπου ο Νίκος Ορφανός στέγασε εκ νέου τις πνευματικές ανησυχίες του. Δούλευε σκληρά πρωί και απόγευμα για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις αυξημένες υποχρεώσεις της πρωτεύουσας. Υπηρέτησε σε σχολεία της Κυψέλης, απ’ όπου αφυπηρέτησε το 1985, όντας τα τελευταία χρόνια Διευθυντής σχολείου.


Ο Νίκος Ορφανός με μαθητές σε σχολείο της Κυψέλης.

Ως συνταξιούχος στην Αθήνα, συνέχισε να δημοσιεύει σε εφημερίδες και περιοδικά ποιήματα γραμμένα στην κρητική λαλιά, καθώς και χρονογραφήματα στο ίδιο γλωσσικό πρότυπο, τα οποία όμως δεν πρόλαβε να εκδώσει σε βιβλία. Όμως δεν ήταν το ίδιο. Ο Νίκος Ορφανός ποτέ δεν αγάπησε την Αθήνα. Μετοίκησε εκεί για χάρη των παιδιών του. Έχασε την καθημερινή του επαφή με τους ανθρώπους της Κρήτης που αγάπησε και λάτρεψε. Και γι αυτό η παραγωγική του περίοδος ήταν αυτή που έζησε στην Κρήτη. Εκεί είχε τα ερεθίσματά του, εκεί συναναστράφηκε με τους ανθρώπους που τη ζωή τους αποτύπωσε στο χαρτί. 

Το βιβλίο του «Κρητικά διηγήματα» περιέχει μέσα 50 αυτοτελείς ιστορίες, ενώ οι «κύκλοι του δρυγιά» περιέχουν 12 διηγήματα. Και στα δυο βιβλία υπάρχει εκτενές Γλωσσάρι, με λέξεις της κρητικής τοπιολαλίας, για να βοηθήσει τον αμύητο αναγνώστη να απολαύσει τα κείμενα κατανοώντας και την παραμικρή λέξη ή φράση.

Ο Νίκος Ορφανός με τον μεγάλο Ρεθεμνιώτη λογοτέχνη Παντελή Πρεβελάκη, σε δεξίωση στο ξενοδοχείο ΞΕΝΙΑ. Ανάμεσά τους η πρωτότοκη κόρη του Νίκου Ορφανού, Ειρήνη, Στο βάθος, καθήμενος, ο γιατρός Γιώργης Αγγελιδάκης.

Όπως αναφέρει ο ίδιος, έμεινα πολλά χρόνια ως δάσκαλος σε ορεινά χωριά του νησιού μας και είδα από κοντά και έζησα κι ο ίδιος την όμορφη ζωή, τη γεμάτη γραφικότητες, όπως τη ζουν οι άνθρωποι σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Στην αρχή, απλός θεατής, από περιέργεια, παρακολουθούσα τις χαρμόσυνες ή πένθιμες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής των κατοίκων, ντυμένες με ιδιαίτερο χρώμα, που αναλύοντάς το πιο ύστερα, βρήκα πολλά στοιχεία, κατάλοιπα από την αρχαιότητα και πολλές λέξεις, που όσο κι αν έχουν παραλλαχτεί από το πέρασμα του χρόνου, είναι καθαρά αρχαίες ελληνικές. Έτσι, στο διήγημα «ο κομήτης» από το βιβλίο «οι κύκλοι του δρυγιά» αναρωτιέται γιατί φαίνεται παράξενο στους Ελλαδίτες που λέμε στην Κρήτη αίγα αντί για κατσίκα και αμπώθω αντί για σπρώχνω, αφού και οι δυο λέξεις έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα. 

Το Ρέθυμνο των Γραμμάτων: Από αριστερά: Ο λυκειάρχης Μανώλης Βογιατζάκης που σκηνοθέτησε τα "Καλά ξέτελα", ο βιβλιοθηκάριος Μάρκος Γιουμπάκης, ο Νίκος Ορφανός και ο μεγάλος Παντελής Πρεβελάκης.

Και συνεχίζει ο Νίκος Ορφανός: Καμάρωσα στα γλέντια τη λεβεντιά, ανακατεμένη με τη σεμνότητα. Θαύμασα το πόσο ψηλά έχουν τοποθετήσει το αίσθημα της αγάπης, της αλληλεγγύης, του έρωτα, της τιμής και της ηθικής. Έμεινα πολλές φορές μ’ ανοιχτό το στόμα, μπροστά στη θυμοσοφία του απλού χωρικού. Διασκέδασα συχνά με το πηγαίο χιούμορ και τις διάφορες επινοήσεις των χωρατατζήδων και των φαρσαδόρων, για να σκορπίσουν το γέλιο και την ευθυμία, που στο χωριό, που στερείται από κάθε ψυχαγωγία, είναι τόσο απαραίτητα όσο και το ψωμί.

Αυτός, λοιπόν, ήταν ο σκοπός του Νίκου Ορφανού: Η διάσωση και η προβολή των ηθών, των εθίμων, της γλώσσας και της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων του κρητικού χωριού. Και αν τη δεκαετία του 1960 που γράφτηκαν αυτά τα ατόφια κρητικά διηγήματα, η κρητική τοπιολαλιά ήταν πιο έντονη και καθημερινή, έξι δεκαετίες μετά, που τείνει να χαθεί, μαζί με τα ήθη και τα έθιμα της κρητικής υπαίθρου, τα διηγήματα του Νίκου Ορφανού αποκτούν μεγαλύτερη υπεραξία, διατηρώντας ζωντανή και άσβεστη την καθημερινότητα των προγόνων μας.

Αναρωτιέται ο Νίκος Ορφανός, αν οι εργαζόμενοι και οι μεγαλοφαμελίτες, όπως ήταν κι αυτός, θα έπρεπε να ασχολούνται με το γράψιμο, όσο κι αν τους αρέσει η τέχνη τούτη του λόγου. Κανονικά, λέει, έπρεπε να βάζουν κερί στ’ αυτιά σαν εκείνο του ομηρικού βασιλιά της Ιθάκης, όταν ήτανε να περάσει από το νησί των Σειρήνων. Γιατί, για ν΄αρχίσει κανείς και να τελειώσει σωστά και όμορφα ένα γραφτό, χρειάζονται, εκτός από το τάλαντο, ή πετριά όπως αλλιώς το λένε, μυαλό λαγαρό, λεύτερος χρόνος και ησυχία. Κι απάνω που στρωνόμουνα κι άπλωνα τις σκέψεις και τις ιδέες μου, κι απάνω που ετοιμαζόμουνα να διαλέξω ποιες απ’ όλες θα ταίριαζαν, να χτίσουν το γραφτό χτίρι, συνέβαινε ό,τι συμβαίνει στους πλανόδιους-παράνομους πραματευτάδες, στην εμφάνιση των χωροφυλάκων. Θα τους έχετε δει όλοι πώς μαζεύουν γρήγορα και άταχτα τις πραμάτειες τους, τις κάνουν ένα μπόγο και όπου φύγει φύγει! Οι χωροφύλακες που μ’ έκαναν εμένα, πολλές φορές, να μαζεύω και να ξαναφυλάω τις απλωμένες σκέψεις και ιδέες μου, ήταν οι υπηρεσιακές και οι οικογενειακές έγνοιες και υποχρεώσεις, που παρουσιάζονταν και ξαναπαρουσιάζονταν. Και ήτανε ατελείωτες και ανεξάντλητες οι βλοημένες! 

Τώρα, αναρωτιέται ο Νίκος Ορφανός, πώς κατάφερα να δημιουργήσω (σιγά τον πολυέλαιο) αναφέρει με έντονο αίσθημα αυτοσαρκασμού αλλά και ταπεινότητας, τις δυο τρεις συγγραφικές μου εργασίες (βάζει κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες) συνεχίζει με το ίδιο χιουμοριστικό ύφος και διάθεση, ε! έτσι στ’ αρπαχτά! Με πολύτιμο βοηθό την αγάπη για τα ήθη και τα έθιμα του νησιού μου.

Προσωπογραφία του Νίκου Ορφανού του 1990, σε σκίτσο του Μ. Νικολινάκου. Βρίσκεται στο οπισφόφυλλο της 3ης έκδοσης του βιβλίου του "Κρητική διηγήματα".

Μπορούσε όμως ο Νίκος Ορφανός να γράψει κάτι διαφορετικό εκτός από ηθογραφικό διήγημα; Την ερώτηση αυτή του είχαν απευθύνει γνωστοί και φίλοι, γραπτά και προφορικά. Μπορούσα να γράψω και μυθιστόρημα και νουβέλα, απαντά ο ίδιος. Αλλά δεν θέλω! Κι αυτό, γιατί με το ηθογραφικό διήγημα, μελετώ όχι μόνο τα ήθη, τα έθιμα, τη λαλιά, αλλά και την ψυχή των Κρητικών, ιδιαίτερα εκείνων που ζουν στα ορεινά πιο πολύ χωριά του νησιού μας. Αλλά μην νομίζει κανείς, συνεχίζει ο Νίκος Ορφανός, πως το είδος αυτό του γραπτού λόγου είναι κάτι το εύκολο. Έτσι νομίζουν μερικοί, που επειδή στην παιδική τους ηλικία βρέθηκαν κάποια καλοκαίρια στο χωριό του παππού και της γιαγιάς, μπορούν ν’ αποδώσουν στο χαρτί τα έθιμα και την ψυχοσύνθεση των κατοίκων του «θερέτρου» τους. Όχι! Κείνο δεν είναι ηθογραφία! Για να κάμεις αληθινή, πιστή περιγραφή, αλάθητο ψυχογράφημα για όλα τούτα, πρέπει να μείνεις για πολύ καιρό στους τόπους αυτούς, μικρός και μεγάλος, σ’ όλες τις εποχές του χρόνου, ανάμεσα στους κατοίκους, να ζήσεις τη δική τους ζωή, να πάρεις μέρος στις χαρές και τις λύπες τους. Μονάχα έτσι γεμίζει ηθογραφικό μελάνι το στιλό του μυαλού σου κι ύστερα από χρόνια πέφτει λαμπικαρισμένο και χαράζει μόνο του την πάσαν αλήθεια.

Έζησα στην ύπαιθρο του νησιού μας, της Κρήτης μας, τα πρώτα τριάντα πέντε χρόνια της ζωής μου κι όσα γράφω τάχω ακούσει, τάχω δει, τάχω ζήσει κι έτσι πιστεύω πως καταχωρήθηκαν πιστά στη θύμησή μου και τολμώ πια να σας τα παρουσιάσω «χωρίς φόβο και πάθος». Και δείχνοντας, για μια ακόμη φορά τη σεμνότητα που τον διέκρινε, συνεχίζει: Δεν θέλω να παραστήσω τον τρανό. Προς θεού! Κοιτάζω πάντα τη σκιά μου, όχι το πρωί που ‘ναι γιγάντια, μα το μεσημέρι που ναι μικρότερη από το σώμα που τη ρίχνει. Σας βεβαιώνω όμως πως σε κάθε γραφτό μου χρησιμοποιώ όλες μου τις δυνάμεις, προσπαθώντας να δώσω κάτι καλό.

 Όπως αναφέρει η καλή μου φίλη και δημοσιογράφος Εύα Λαδιά, σε κείμενα του Νίκου Ορφανού στηρίζεται η αναβίωση του έθιμου του Κλήδονα από το Λύκειο Ελληνίδων του Ρεθύμνου κάθε χρόνο.


Σκηνή από την αναβίωση του εθίμου του Κλήδωνα από το Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου, σε κείμενα του Νίκου Ορφανού.

 Και σκιαγραφόντας το προφίλ του, τον χαρακτηρίζει ως ένα γλυκύτατο άνθρωπο, που ακτινοβολούσε ολόκληρος, Ρεθεμνιώτικη Αρχοντιά. Κι όταν τον επαινούσες για τη γραφή του προσπαθούσε να σου εξηγήσει πως απλά «περνούσε την ώρα του μουτζουρώνοντας χαρτιά». Εντύπωση προξενούσε πάντα η φρέσκια έμπνευση, η αποτύπωση συναισθημάτων και η μυθοπλασία πάνω σε νέα θέματα χωρίς πλατειασμούς κι επαναλήψεις. Ποτέ δεν επιδίωξε την προβολή. Απέφευγε με ευγένεια πάντα κάθε δημοσιότητα. Όταν άλλοι έκαναν τα πάντα για μια αναφορά στην εφημερίδα εκείνος πλησίαζε το κατώφλι της μόνο για ένα χαιρετισμό αγάπης. Αρνιόταν κάθε πρόταση για αφιερωματική εκδήλωση στο πρόσωπό του. Ερχόταν τα καλοκαίρια και μας έδινε χαρά με την σεμνή παρουσία του. Συνήθιζε να κάνει τον περίπατό του εκεί στην παλιά πόλη και να θυμάται τα μεγαλεία που γνώρισαν τα έργα του εκεί στη Σκηνή του Ωδείου.

Η Μαρία Ταταράκη το 1992 σκηνοθέτησε το έργο του «Σηκωματάρικα» που ανέβηκε στην Αύρα και τα Αστέρια. Ανέβηκε τότε στην Αθήνα για να τον γνωρίσει, θεωρώντας ηθικό της χρέος να πάρει την άδειά του. Αναφέρει για τον Νίκο Ορφανό ότι ήθελε με ένα μοναδικό τρόπο να μεταφέρει τα ήθη και τα έθιμα της Κρήτης μέσα απ' τούς θεατρικούς διαλόγους. Και το κατάφερνε με μοναδικό τρόπο, που όποιος διάβαζε τα κείμενά του μπορούσε να μεταφερθεί στον φανταστικό τόπο της Κρήτης.

 Ο Νίκος Ορφανός έφυγε τόσο αθόρυβα, τόσο διακριτικά, χωρίς ποτέ να μας δώσει το περιθώριο να του επαναλάβουμε πόσο περήφανα θα πρέπει να είναι τα Κρητικά Γράμματα, που πλούτισε με το ανόθευτο από ξένα στοιχεία έργο του και πόσο το Ρέθυμνο τον ανέβασε ψηλά εκεί που του άξιζε. Στη θέση των μεγάλων δημιουργών του.


Με τις τρεις από τις τέσσερις κόρες του Νίκου Ορφανού, στην τιμητική εκδήλωση που διοργάνωσε η Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία Ρεθύμνου προς τιμήν του τον Σεπτέμβριο του 2026.

Και αν κάπου τον λησμονήσαμε, τούτη εδώ η ταπεινή εκδήλωση έρχεται για να φρεσκάρει τη μνήμη μας, για να αποδώσει στον Νίκο Ορφανό τα εύσημα που του αξίζουν και να υπενθυμίσει στις νεότερες γενιές ότι υπήρξαν άνθρωποι, πραγματικοί «ρέχτες» της κρητικής, ανόθευτης παράδοσης, που διέσωσαν και μεταλαμπάδευσαν στους «Νεοκρήτες» την πραγματική κρητική λεβεντιά και αρχοντιά, το πραγματικό ήθος και πρεπιά, που κάπου τα έχουμε χάσει, οδηγούμενοι σε παράξενες ατραπούς.

 

Το πάνελ των ομιλητών της εκδήλωσης προς τιμή του Νίκου Ορφανού.


ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΑΡΘΡΟΥ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΌ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΟΡΦΑΝΟΥ.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η προμήθεια όπλων και πολεμοφοδίων των Κρητικών κατά το 1ο έτος της επανάστασης του 1821.