Πατροπαράδοτα πασχαλινά έθιμα της Κρήτης

 

Στην Κρήτη, τα έθιμα του Πάσχα και της Μεγάλης Εβδομάδας είναι πολλά, πέρα από τα γνωστά που ισχύουν σε όλη την Ελλάδα. Τα έθιμα ήταν πλούσια και όμορφα τα παλαιότερα χρόνια, όσο περνά όμως ο καιρός, αρχίζουν να  χάνονται πολλά από αυτά. Ωστόσο, αρκετά από τα πατροπαράδοτα  έθιμα στα χωριά της Κρήτης, δεν έχουν χαθεί  και κρατούν μέχρι και σήμερα.

Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


Σαράντα οκτώ μέρες κρατά η νηστεία πριν από το Πάσχα, όσες και οι μέρες που νήστεψε και ο Χριστός στην έρημο. Η νηστεία του Πάσχα λέγεται και “Μεγάλη Τεσσαρακοστή – Σαρακοστή”, επειδή είναι μεγαλύτερη των άλλων (Χριστουγέννων, Δεκαπενταύγουστο κ.α.).

Στην αρχή της περιόδου έφτιαχναν και την «Κυρά Σαρακοστή». Μια γυναικεία φιγούρα με εφτά πόδια, όσα και οι εβδομάδες μέχρι το Πάσχα, με κλειστό το στόμα λόγω νηστείας και σταυρωμένα τα χέρια της σε στάση προσευχής. Κάθε τέλος εβδομάδας της έκοβαν και ένα πόδι, ώστε να μετρούν τις εβδομάδες που έμεναν μέχρι το Πάσχα. Η «Κυρά Σαρακοστή» ήταν φτιαγμένη από χαρτί ή από ζύμη που ψηνόταν στον φούρνο.

Τα κύρια φαγητά που παρασκευάζουν οι νοικοκυρές της Κρήτης για τη Σαρακοστή του Πάσχα είναι τα άγρια χόρτα: καλίτσες, ασκολύμπροι, τζόχοι (ζοχοί), ψικοσιρίδες, χοιρομουρίδες, σταμναγκάθι, ραπανίδες κ.α. και βεβαίως οι χοχλιοί, βραστοί, κοκκινιστοί ή μπουμπουριστοί, τα διάφορα γιαχνί, τα παπούλια, ο χυλός με αλεσμένο στάρι, οι βρουβόπιτες, τα κουκιά, βραστά ή κουκόφαβα, όσπρια κ.α. Από το κρητικό τραπέζι δεν λείπουν φυσικά οι διαφορετικού τύπου ελιές, τα πολλά και διαφορετικού τύπου τυριά, και βέβαια το κρασί και η τσικουδιά.

Οι γυναίκες αρχές της Σαρακοστής, πάνε ένα εικόνισμα του σπιτιού στην εκκλησία για να λειτουργηθεί. Το εικόνισμα αυτό θα μείνει στην εκκλησία όλη την περίοδο, γιατί πίστευαν πως αν λειτουργηθεί, θα έχει πιο θαυματουργές ιδιότητες. Το εικόνισμα το έπαιρναν πίσω, κατά την περιφορά των εικόνων στην δεύτερη Ανάσταση, το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα, μετά την περιφορά των εικόνων σε μεγάλο κύκλο γύρω από την εκκλησία.

Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, έχουμε και τους Χαιρετισμούς,  που στη πραγματικότητα είναι ένας Ύμνος στη Παναγία. Ψέλνονται κάθε Παρασκευή και έχουν επαναλαμβανόμενη τη λέξη «χαίρε».

Δύο βδομάδες πριν το Πάσχα,  είναι η Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης. Τα κορίτσια μαζεύουν λουλούδια από τις γειτονιές, και φτιάχνουν τις λεγόμενες ροδαριές, που μοιράζουν πάλι στην εκκλησία και οι πιστοί τοποθετούσαν αυτό το μπουκέτο με τα λουλούδια στο εικονοστάσι του σπιτιού.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα δεν ακούνε τραγούδια, δεν τραγουδάνε ούτε σφυρίζουν.  Στα καφενεία δεν παίζουν χαρτιά και με ένα σπαούλι κρεμούν τον Φάντη της τράπουλας από το ταβάνι. Τα αγόρια και οι μεγάλοι άντρες όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα κόβουν ξύλα κυρίως κατσοπρίνια, ασπαλάθους και άλλους θάμνους και το Μεγάλο Σάββατο φτιάχνουν μια μεγάλη δεματιά για να κάψουν το ομοίωμα του Ιούδα.

Το Πάσχα οι σύντεκνοι ( νονοί), πηγαίνουν στους βαφτισιμιούς τους το κουλούρι της Λαμπρής, κόκκινα αυγά, το λευκό κερί της Ανάστασης και καινούργια παπούτσια ή ρούχα.

Τα βράδια της Μεγάλης Εβδομάδας Αρχίζουν στην εκκλησία τα Αυγικά. Ονομάζονται έτσι από τη λέξη «αυγή», επειδή η θεματολογία αφορά το πρωί της επομένης μέρας. Τα Αυγικά παλιά ήταν πολύωρα, και πολλές φορές  κρατούσαν και μετά τα μεσάνυχτα, με αποτέλεσμα τα παιδιά, κυρίως, να δυσφορούν και να γκρινιάζουν και τριγύριζαν γύρω στην εκκλησία, αλλά δεν τους επέτρεπαν να φύγουν και να πάνε σπίτι.

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ



Το τελευταίο Σάββατο πριν τη Μεγαλοβδομάδα, λέγεται του Λαζάρου, γιατί τότε αναστήθηκε ο Λάζαρος.  Εκείνη την ημέρα οι άνδρες δεν πήγαιναν να μαζέψουν τη σοδειά, γιατί πίστευαν πως φέρνοντάς την, θα έφερναν το θάνατο μέσα στο σπίτι τους. Το πρωί λέγονται τα κάλαντα, το «Λάζαρε πες μας τι είδες..» και  αναφέρονται στην Ανάσταση του Λαζάρου. Παλιότερα οι γυναίκες έφτιαχναν ειδικά ψωμάκια τα λαζαράκια, που είχαν σχήμα σαβανωμένου ανθρώπου.

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ



Την Κυριακή των Βαΐων επιτρέπεται η κατάλυση του ψαριού και στους ναούς ο ιερέας μοιράζει στους πιστούς, μαζί με το αντίδωρο, σταυρούς φτιαγμένους από βαγί, ενώ σε πολλές περιπτώσεις μοιράζονται και φύλλα δάφνης. Την παραμονή μαζεύονται στο σπίτι του ιερέα φίλοι γείτονες και συγγενείς, και πλέκουν τα περίτεχνα βαγιά, που συμβολίζουν τα βάγια με τα οποία υποδέχτηκαν το Χριστό στα Ιεροσόλυμα, μετά  βαΐων και κλάδων.

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Είναι η πρώτη μέρα της Νηστείας, και το βράδυ αρχίζει το πρώτο Αυγικό. Αρχίζει περιοδικά, να μπαίνει ο κόσμος στο κλίμα των ημερών, και για αυτό κάθε βράδυ οι χριστιανοί θα πάνε στο Αυγικό για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία.

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ

Από τη Μεγάλη Τρίτη οι νοικοκυρές ετοιμάζουν τις αυλές τους, ασπρίζουν με ασβέστη το σπίτι και τους μαντρότοιχους. Καθαρίζουν τις αυλές, τους δρόμους, τα στενά, έτσι όλα να είναι πεντακάθαρα, για να υποδεχτούν καθαροί την Ανάσταση. Τη Μεγάλη Τρίτη στην εκκλησία διαβάζεται η Παραβολή των Δέκα Παρθένων, ενώ το βράδυ ψέλνεται το τροπάριο της Κασσιανής.

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Τα αρνιά για το Πάσχα σφάζονται, κυρίως, την Μεγάλη Τετάρτη. Την ίδια μέρα μαζεύονταν οι νοικοκυρές και έφτιαχναν το προζύμι της χρονιάς.

Επίσης,  πήγαιναν στην εκκλησία,  όπου διαβάζεται ο Μεγάλος Κανόνας μας, και τελείται το Μυστήριο του Μεγάλου Ευχελαίου. Ο παπάς μυρώνει τον κόσμο με λάδι σταυρωτά στο μέτωπο, αλλά και στις παλάμες μπρος  πίσω. Επίσης οι παρευρισκόμενοι, έπαιρναν και εκείνοι με βαμβάκι λίγο λάδι και στο σπίτι μύρωναν και εκείνοι με τον ίδιο τρόπο όσους τυχόν δεν πήγαν στην εκκλησία εκείνη την ημέρα από την οικογένεια τους.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ


Τη Μεγάλη Πέμπτη οι ανύπαντρες κοπέλες μαζεύουν από τους κήπους κρίνους, τριαντάφυλλα, άνθη λεμονιάς και άλλα λουλούδια για το στολισμό του Επιταφίου.

Από το πρωί οι γυναίκες ασχολούνται με το ζύμωμα. Ζυμώνουν εφτάζυμα ψωμιά, τα καλλιτσούνια, τα τσουρέκια και τις λαμπροκουλούρες. Η λαμπροκουλούρα δεν έχει στη μέση τρύπα και στο κέντρο της μπαίνουν τρία κόκκινα αυγά, όσα και η Αγία Τριάδα.  Επίσης έφτιαχναν και το «δώρο του μουσαφίρη». Υπάρχει η παράδοση, να φτιάχνουν ένα χριστόψωμο, το οποίο το κόβουν την Κυριακή που γυρίζει η Δεύτερη Ανάσταση, ή το δίνουν σε κάποιον ξένο, υπονοώντας τον ίδιο τον Εσταυρωμένο.


Από το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης οι γυναίκες καταγίνονται και με το βάψιμο των αυγών, που παλιά αυτό γινόταν από τα χρώματα των λουλουδιών. Μάλιστα πάνω στα αυγά, πριν τα βάψουν, κολλούσαν και μικρά άνθη και έτσι τα σχέδιά τους αποτυπωνόταν επάνω. Άλλες νοικοκυρές μέσα στο βραστό νερό  ρίχνουν ψιλοκομμένα παντζάρια, μαντιλίδες, βρούβες, ξερά φλούδια κρεμμυδιού, ξερά βελανίδια, μαύρο τσάι, βιολέτες, τσουκνίδες, ανάλογα με το χρώμα που θέλουν να δώσουν στα αυγά. Τα κόκκινα αυγά συμβολίζουν το αίμα του Χριστού από τη λόγχη του Ρωμαίου στρατιώτη.

 Την ημέρα αυτή, οι νοικοκυρές έβρισκαν αμπελόφυλλα πρωτοφανίστικα, και έφτιαχνα ντολμαδάκια, μαζί με κολοκυθοκορφάδες. Στη μέση ανάμεσα στους ντολμάδες, έβαζαν και χοχλιούς.

Την Μεγάλη Πέμπτη, πήγαιναν το πρωί στην εκκλησία, έπιναν Αγίασμα και κοινωνούσαν. Το βράδυ στην εκκλησία, διαβάζονται τα 12 Ευαγγέλια, και πολλοί πάνε κρατώντας ένα μαύρο σπάγκο, και σε κάθε Ευαγγέλιο δένουν και από ένα κόμπο. Το κομποσχοίνι αυτό με τους 12 κόμπους, θεωρείται μεγάλο φυλακτό για τους πιστούς, το οποίο κρέμαγαν είτε στο λαιμό, είτε στο χέρι σα βραχιολάκι, και το φόραγαν όλο το χρόνο.

Στο ένατο Ευαγγέλιο που μιλάει για τη δίψα του Χριστού πάνω στον Σταυρό, που του έδωσαν οι Ρωμαίου φρουροί ξίδι, τότε οι πιστοί θα κόψουν στην εκκλησία τα κιτρολέμονα ή λεμόνια που θα κρατούν σε μικρά κομματάκια, και θα πάρει ένα κομμάτι ο καθείς για συμπαράσταση στον Κύριο. Τα παλιά χρόνια εκτός από λεμόνια, έπαιρναν μαζί τους ένα μπουκαλάκι ξύδι, και έπιναν όλοι οι παρευρισκόμενοι.

Γενικά και στο σπίτι εκείνη την ημέρα, έτρωγαν λεμόνια η και πορτοκάλια κομμένα σε κομματάκια σε ένα πιάτο. Τα περιέλουζαν με ξύδι, έριχναν και αλάτι, και τα έτρωγαν.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


Την Μεγάλη Παρασκευή υπάρχει το έθιμο ο ιερέας να μνημονεύει εντός της Εκκλησίας, πριν την περιφορά του Επιταφίου, τα ονόματα όλων των κεκοιμημένων συγχωριανών της κάθε οικογένειας, ακόμα και πολλές γενεές πίσω. Οι πιστοί πάνε στην εκκλησία και πίνουν Αγίασμα, γιατί είναι η μοναδική ημέρα του χρόνου που δεν τελείται θεία Λειτουργία. Το Αγίασμα αυτό όμως, ποτέ δεν το πάνε στο σπίτι. Το απόγευμα πήγαιναν και στους τάφους των δικών τους, τους καθάριζαν και άναβαν τα καντήλια, να μην τα βρει η Θεία Ανάσταση σβηστά.

Φαγητό της ημέρας ήταν οι σούπες  αλάδωτες, κυρίως,  φασόλια, με λεμόνι και αλάτι.

Για τη  συνέχεια, όλες οι νοικοκυρές και τα κορίτσια, περνούν την ημέρα τους στο στόλισμα του Επιταφίου. Τα νεαρά κορίτσια του χωριού, αναλαμβάνουν να μαζέψουν από τα σπίτια λουλούδια και λεμονανθούς για το στόλισμα. Στολίζουν τον Επιτάφιο και ο παπάς διαβάζει τις «Μεγάλες Ώρες», όπως ορίζει το τυπικό της εκκλησίας. Κατά το μεσημέρι, όταν έχει τελειώσει το στόλισμα του Επιταφίου, κάνουν ένα διάλειμμα για ξεκούραση, και τρώνε και πάλι κιτρολέμονα εμποτισμένα σε ξίδι.

Προς το τέλος του εσπερινού γίνεται η Αποκαθήλωση, ακολουθεί μικρή περιφορά στα στενά του χωριού, επιστρέφουν στο ναό, και γίνεται η αλλαγή των καλυμμάτων της Αγίας Τράπεζας από πένθιμα σε  χαρούμενα (μπορντοροδοκόκκινο).

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, κτυπά πάλι η καμπάνα και ξεκινούν να ψέλνουν κανόνες μέχρι την ώρα των εγκωμίων. Τα εγκώμια ψέλνονται από δύο χορούς. Έτσι ψέλνεται και ο Επιτάφιος Θρήνος, και το «Η ζωή εν τάφω», που είναι η υπέροχη ψαλμωδία των Παθών.  Παλιά το έψελναν μαθητές και μαθήτριες του δημοτικού, αφού πρώτα είχαν κάνει πρόβες το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής με το δάσκαλό τους. Από ένα βιβλιαράκι διάβαζαν τα λόγια, και ήταν προσημειωμένα ποια θα πουν τα παιδιά, και ποια ο ψάλτης. Ψέλνεται  ο Επιτάφιος θρήνος και ακολουθεί η έξοδος και περιφορά του Επιταφίου. Πάντα κάθε χρόνο είναι έθιμο, να σηκώνουν τον Επιτάφιο, οι νέοι φαντάροι του χωριού. Ο Επιτάφιος σταματά μπροστά στην Κύρια Πύλη, τον ανασηκώνουν ψηλά, κι ο κόσμος περνά από κάτω.

Κατά την περιφορά του Επιταφίου στο χωριό, ακολουθούν οι πιστοί, κρατώντας κεριά η λαμπάδες. Μπορεί να γίνουν αρκετές στάσεις στα σταυροδρόμια και τις πλατείες του χωριού, ενώ η καμπάνα χτυπά πένθιμα. Παλιά, την ώρα που περνούν από τα σπίτια μπορούσε ο παπάς να μνημονεύει τους κεκοιμημένους της γειτονιάς.

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ


Το Μεγάλο Σάββατο, το ομοίωμα του Ιούδα τοποθετείται πάνω στο σωρό με τα ξύλα, τη «φουνάρα», στην αυλή της εκκλησίας.

Παλιά ο επίτροπος της κάθε εκκλησίας, δυο ώρες πριν την Ανάσταση, έπαιρνε ένα σήμαντρο και κτυπώντας το γυρνούσε από γειτονιά σε γειτονιά, για να ξυπνήσει τους πιστούς για την ΑΝΑΣΤΑΣΗ. Φεύγοντας οι πιστοί από το σπίτι για να πάνε στην εκκλησία ανάβουν στην αυλή μια μικρή φωτιά (μικρή φουνάρα) για κάψιμο του Ιούδα του σπιτιού, πάνω από την οποία περνούν όλοι, μικροί μεγάλοι, κάνοντας  ταυτόχρονα  το σταυρό τους και μια ευχή, δηλαδή λέγοντας π.χ. «Έτσι να καούν και οι δικοί μας προδότες και εχθροί!».

Το βράδυ της Ανάστασης, με το Χριστός Ανέστη, τα κοπέλια δίνουν φωθιά στον μεγάλο σωρό με τα ξύλα και μαζί καίγεται και ο Ιούδας με τα απαραίτητα μπαλοταρίσματα και ενώ ακόμα και εχθροί εκείνη την ημέρα δίνουν το φιλί της Αγάπης στο προαύλιο της εκκλησίας, ενώ η καμπάνα χτυπά χαρμόσυνα. Βέβαια τα παιδιά τότε, ήταν υποχρεωμένα ως την επ’ αύριο, να έχουν καθαρίσει καλά καλά το χώρο με τις στάχτες, για να είναι καθαρός για το γλέντι που θα ακολουθήσει.

Την ώρα που ο ιερέας έλεγε το «Χριστός Ανέστη», οι περισσότερες γυναίκες έσκυβαν και έτριβαν τα  νύχια των χεριών τους στο πάτωμα, η  γενικά στο έδαφος,  αν ήταν έξω, για να μην κάμουν … παρανυχίδες! Οι παρανυχίδες τότε, ήταν μεγάλη πληγή για τις γυναίκες, γιατί τα όσπρια όλα τα έβγαζαν με τα χέρια!

Το Μέγα Σάββατο, δεν σταματούν οι στρακατρούκες, και τα σκλαπατζίκια. Αυτά είναι αυτοσχέδια βεγγαλικά κρότου τα οποία έφτιαχναν με χαρτί από σακούλες τσιμέντου  και πυρίτιδα . Έφτιαχναν πυρίτιδα με απλά υλικά κάρβουνου και θειάφι.. Έκοβαν τη χαρτοσακούλα στενόμακρες λουρίδες, έριχναν στην άκρη λίγη πυρίτιδα, το τύλιγαν τριγωνικά πολλές φορές να γίνει χονδρό. Στο τέλος, με μια πρόκα έκαναν μια τρύπα και με τα σπίρτα έδιναν φωτιά και ταυτόχρονα το πέταγαν πέρα, για να σκάσει με δυνατό κρότο! Ενίοτε έφτιαχναν δύο με τρεις μεγάλες τρακατρούκες, για να τις ανάψουν όταν ο παπάς θα πει το «Χριστός Ανέστη!».


Μόλις πει ο παπάς το «δεύτε λάβετε φως»,  όλοι, με ένα κερί ή φαναράκι μεταφέρουν το άγιο φως στο σπίτι τους αμίλητοι, (το αμίλητο φως), πιστεύοντας ότι έτσι θα γίνει κάτι καλό στο σπιτικό τους ή ότι έτσι θα φύγουν οι δαίμονες.

Όταν πάνε το Αγιο Φώς στο σπίτι, ο αφέντης του σπιτιού θα φτιάξει με τη φλόγα του κεριού, το σχήμα του Σταυρού, στο ανώφλιο της πόρτας. Με αυτό το φώς, θα ανάψουν τα καντήλια, και την επ’ αύριο με το ίδιο Άγιο φώς θα ανάψουν και τα καντήλια στου τάφους των αγαπημένων προσώπων. Το φως αυτό θα πρέπει να παραμείνει αναμμένο για 40 ημέρες χωρίς να σβήσει.

Άλλοι, οι πιο πιστοί, μετά το Χριστός Ανέστη, μπαίνουν και πάλι μέσα στην εκκλησία, γίνεται η Θεία Λειτουργία, κοινωνούν όσοι είναι έτοιμοι, και στη συνέχεια αφού τελειώσει όλοι οι παρευρισκόμενοι έχουν φέρει από κάτι και πίνουν ένα κρασί» έξω απ’ το ναό. Κάποιοι παλιά έφερναν και κρέας έξω από την εκκλησία, και έκαναν το «παρεάκι» τους, που συνήθως βαστούσε ως το πρωί!


Οι περισσότεροι  κατευθύνονται στο σπίτι, να γιορτάσουν με φαγοπότι δίπλα στις οικογένειές τους. Στο σπίτι λοιπόν τους περιμένουν τα λεγόμενα κοιλικά. Ζεστά γαρδουμπάκια αυγολέμονο με ποδαράκια, αγαπημένο φαί των Κρητικών και όχι η παραδοσιακή μαγειρίτσα που συνηθίζεται στην άλλη Ελλάδα. Η λαχτάρα για να φάνε επιτέλους «λεργιά», μη νηστίσιμο δηλαδή φαγητό, είναι μεγάλη μετά από 40 μέρες νηστείας. Θα τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό, και θα φάνε με όρεξη, μικροί και μεγάλοι.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ



Την Κυριακή του Πάσχα, η καμπάνα της εκκλησίας, δεν σταματά να χτυπά όλη μέρα,  αλλά και τη Δευτέρα του Πάσχα πάλι όλη μέρα! Πραγματικά όλοι καταλάβαιναν πως τότε ήταν το πραγματικό Πάσχα εκείνα τα χρόνια! Πίστευαν πως όσο πιο πολύ χτυπούσαν την καμπάνα, τόσο πιο πολύ θα μεστώσουν τα σπαρτά τους!

Όσοι   είχαν γελάδια, τραγιά και κριάρια, πάλι έπρεπε να χτυπούνε την καμπάνα για να «ξεφοινικώσουν τα κέρατα των οζώ», δηλαδή, να μεγαλώσουν τα κέρατά τους!

Το κύριο μεσημεριανό φαγητό παλιά, για τους περισσοτέρους, στα φτωχά χρόνια, ήταν συνήθως μαγειρευτό αρνί ή κατσίκι, ή γιαχνί με αγκινάρες, ή αυγολέμονο. Υπήρχε και το κλέφτικο, κι αργότερα το αντικριστό. Σπάνια παλιά στο τραπέζι υπήρχε ψητό σε ταψί, γιατί δεν είχαν όλοι φούρνο. Το ψητό στις κληματόβεργες για το φούρνο, μπήκε μεταγενέστερα  στο κρητικό τραπέζι, πιο συχνό ήταν το αρνί σε παϊδάκια στα κάρβουνα.

Από το αρνάκι ή κατσικάκι, σε όποιον τύχαινε το κεφαλάκι, αν έδινες στον άλλο το μάτι να το φάει, ο άλλος συνήθως το απέφευγε,  διότι «αν το φάει, θα πεθάνει ο αδερφός του».  Έτσι το έδιναν σε κάποιον που να μην έχει αδερφό. Τα παιδιά τότε, περίμεναν πώς και πώς, να πάρουν το κοκαλάκι που έχουν στα μπροστινά πόδια τα αρνιά, τον λεγόμενο βεζίρη! Ο βεζίρης ήταν αγαπημένο παιγνίδι των παιδιών τότε! Ο αφέντης του σπιτιού έπαιρνε το τριγωνικό κόκκαλο τη σπάλα, που οι «ειδικοί», θα αναλύσουν από τη διαφανή όψη του, τα μελλούμενα του νοικοκύρη.  Πώς θα πάει η υπόλοιπη χρονιά, η υγεία του, τα πρόβατά του, και χίλια άλλα δυό!

Στην εκκλησία γίνεται το μεσημέρι του Πάσχα η Νεκρανάσταση, η  λεγόμενη δεύτερη Ανάσταση. Ο παπάς  χτυπάει την καμπάνα και βγάζουν σε περιφορά όλες τις εικόνες της εκκλησίας σε μεγάλο κύκλο και στο τέλος επιστρέφουν πάλι τις εικόνες στο ναό. Τότε, πλέον, λύεται κανονικά και η περίοδος της νηστείας. Ο κόσμος επιστρέφει στο σπίτι, και αρχίζει το μέγα φαγοπότι!

Ακόμα και να είχε φάει ο κόσμος στα σπίτια τους, δεν θα παρέλειπαν ωστόσο και να πάνε στο γλέντι στην εκκλησία. Πολλοί τότε, κυρίως βοσκοί, έσφαζαν από ένα αρνί, και πήγαιναν στην εκκλησία πανέρια με βραστό κρέας, κόκκινα αυγά, και πολλά μπουκάλια κρασί. Ο παπάς τα βλογά  όλα, τα κόκκινα αυγά, το κρέας και το κρασί, και τα κερνούσαν στους παρευρισκόμενους.

 

 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο δικός μας Μάρκος!

Ρέθυμνο: 20 χρόνια αναπλάσεις-20 χρόνια κυκλοφοριακό!

Η παραδοσιακή κρητική φορεσιά στο πέρασμα του χρόνου