Η επανάσταση του 1821 στην Κρήτη

 


Οι περισσότεροι από εμάς, ακούγοντας για την επανάσταση του 1821, έρχονται στο νου μας οι περιοχές του Μωριά και της Ρούμελης και ήρωες όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Παπαφλέσσας, ο Κανάρης, ο Μιαούλης η Μπουμπουλίνα και τόσοι άλλοι.

Για την Κρήτη, οι γνώσεις μας είναι αρκετά περιορισμένες, όχι λόγω έλλειψης ιστορικών πηγών, αλλά επειδή η Μεγαλόνησος δεν ευτύχησε να συμπεριληφθεί στο πρώτο ελληνικό κράτος και ως εκ τούτου τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τη μεγάλη επανάσταση, δεν αναφέρονται στις μεγάλες γενικές Ιστορίες και ιδίως στην Ιστορία που διδάσκεται στο ελληνικό σχολείο.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι στην Κρήτη η επανάσταση του 1821 δεν εξαπλώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλο το νησί και δεν σημείωσε σημαντικές επιτυχίες, παρ’ όλες τις δυσμενείς συνθήκες που επικρατούσαν.

Η Κρήτη ήταν η νοτιότερη επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποκομμένη από την ηπειρωτική Ελλάδα. Δεν διέθετε μεγάλο εμπορικό στόλο, που να είχε μετατραπεί σε πολεμικό κατά τα πρότυπα των Υδραίων και των Σπετσιωτών. Οπότε ήταν εύκολη η από θαλάσσης μεταφορά και απόβαση τουρκικών στρατευμάτων και πολεμοφοδίων. Ήταν σε απόσταση αναπνοής από την Αίγυπτο, μεγάλο και ισχυρό σύμμαχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η αναλογία κρητικού και μουσουλμανικού στοιχείου ήταν περίπου μισή-μισή. Διοικητικά η Κρήτη είχε τρεις πασάδες (σε Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο, με ανάλογο ισχυρό στρατό) σε σύγκριση με τη μεγαλύτερη σε έκταση Πελοπόννησο που είχε μόνον ένα. 



Τα τάγματα των Γενιτσάρων (Αυτοκρατορικών και Κρητικών) ήταν τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό, αλλά και σε αγριότητα από κάθε άλλη τουρκοκρατούμενη περιοχή.  Η ιδιότυπη-μοναδική στα ελληνικά δεδομένα της εποχής- ύπαρξη της μεγάλης κοινότητας των Τουρκοκρητικών (Κρητικοί στην καταγωγή, στη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα αλλά μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα) δημιουργούσε μια περίπλοκη κατάσταση. Τέλος, ήταν νωπές ακόμη οι ωμότητες και οι καταστροφές στο νησί από την αποτυχημένη επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1770.


Η Φιλική Εταιρία, που είχε ιδρυθεί στην Οδησσό της Ρωσίας το 1814, με σκοπό την οργάνωση της μεγάλης Επανάστασης, δεν φαίνεται να έδωσε μεγάλη σημασία στην προετοιμασία της στην Κρήτη. Για τον λόγο αυτό στάλθηκαν στο νησί μόνο δευτερεύοντα, στην ιεραρχία, μέλη για τη μύηση των Κρητικών. Αλλά κι αυτοί ήταν ελάχιστοι, με αποτέλεσμα να μην έχει μυηθεί στην Εταιρεία μεγάλος αριθμός Κρητών. Επίσης, από το ταμείο της Φιλικής Εταιρείας, από το οποίο θα αγοράζονταν όπλα και πολεμοφόδια, φαίνεται ότι είχε αποκλειστεί η Κρήτη, τουλάχιστον στην αρχή του αγώνα. Τέλος, η Φιλική Εταιρεία ουδέποτε έστειλε μήνυμα στην Κρήτη για την ακριβή ημερομηνία έναρξης του αγώνα. Οι Κρήτες πληροφορήθηκαν την έναρξη της επανάστασης από τυχαία γεγονότα.

Η οπλοφορία των Κρητικών απαγορευόταν σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στο νησί. Η υποψία ύπαρξης οπλισμού από κάποιον Κρητικό, ακόμα κι αν αυτό το όπλο ήταν παλιό και αχρηστευμένο, μπορούσε να οδηγήσει τον ιδιοκτήτη του στην αγχόνη και ίσως και όλη του την οικογένεια.

Όπλα κατείχαν, παράνομα, οι κάτοικοι των ορεινών και απομακρυσμένων περιοχών, κυρίως των Σφακιών, για την προστασία τους από τους ληστές και για κυνήγι. Τα πολεμοφόδια, όμως, ήταν δυσεύρετα, αφού δεν υπήρχαν στο νησί μπαρουτόμυλοι όπως στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου. Έτσι, την πυρίτιδα, το μολύβι και το ειδικό χαρτί, έπρεπε να την παραγγείλουν και να την προμηθευτούν από το εξωτερικό, μέσω κάποιου πλοίου που θα ταξίδευε.



Τις παραμονές, λοιπόν, της επανάστασης του 1821 υπήρχαν όλα κι όλα στο νησί 1.200 τουφέκια, τα 800 από τα οποία βρίσκονταν στα χέρια των Σφακιανών και τα υπόλοιπα στα χέρια ορεσίβιων Κρητών, κυρίως της δυτικής Κρήτης.

Κανείς δεν γνώριζε στο νησί την ακριβή ημερομηνία έναρξης της επανάστασης. Το μόνο που γνώριζαν, οι μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία, ήταν ότι μια συμβολική ημερομηνία θα ήταν αυτή της 25ης Μαρτίου.

Οι Σφακιανοί, για να είναι έτοιμοι, αρχές του Μαρτίου του 1821, έκαναν μυστικό έρανο μεταξύ τους και με τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν φόρτωσαν με διάφορα αγαθά ένα καράβι με εντολή να πουλήσουν το φορτίο στην Οδησσό της Ρωσίας και την Κωνσταντινούπολη και με τα χρήματα που θα έπιαναν να αγόραζαν όπλα και πολεμοφόδια για τον επικείμενο αγώνα.

Το καράβι των Σφακιανών μόλις είχε αρχίσει την αγορά των προμηθειών στην Πόλη στις 14 Μαρτίου, όταν ξεκίνησαν οι άγριες σφαγές των χριστιανών, αφού οι Τούρκοι είχαν πληροφορηθεί την έναρξη της επανάστασης στη Μολδοβλαχία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση, το καράβι κατόρθωσε να αποπλεύσει το βράδυ και επέστρεψε στα Σφακιά. Αναφέροντας στους πρόκριτους των Σφακίων τις εξελίξεις που είχαν πληροφορηθεί.

Μαθαίνοντας τις εξελίξεις οι Σφακιανοί, και ενώ, ήδη, η επανάσταση είχε ξεσπάσει στην Πελοπόννησο, συγκάλεσαν ολιγομελή σύσκεψη των προκρίτων και των καπεταναίων των Σφακίων, την Μεγάλη Πέμπτη, στις 7 Απριλίου, στα Γλυκά Νερά, για να αποφασίσουν τις επόμενες κινήσεις τους. Η αποτυχία της επανάστασης του Δασκαλογιάννη το 1770 είχε γίνει μάθημα στους Σφακιανούς και δεν ήθελαν να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.


 Η ημέρα του Πάσχα, που ήταν τέσσερις μέρες μετά, έδωσε την ευκαιρία στους Σφακιανούς να εξαλείψουν τα πάθη, τις διαφορές και τις φιλοδοξίες μεταξύ των μεγάλων οικογενειών, ώστε όλοι μαζί, ενωμένοι, να κατέλθουν στον κοινό αγώνα. Παράλληλα, ειδοποιήθηκαν, με μεγάλη μυστικότητα, όλοι οι μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία Κρητικοί, ότι οι μεγάλη επανάσταση είχε ξεσπάσει και να είναι έτοιμοι για τον γενικό ξεσηκωμό του Νησιού.

Στις 15 Απριλίου έγινε μεγάλη Γενική Συνέλευση των Σφακιανών στο Λουτρό. Μετά την πανηγυρική θεία λειτουργία που τελέσθηκε στον ναό της Παναγίας την Παρασκευή της Διακαινησίμου, ορίστηκε εξαμελής προσωρινή διοίκηση του αγώνα που έλαβε το όνομα «Καγκελαρία των Σφακίων» και το Λουτρό ονομάστηκε «Πρωτεύουσα της ελεύθερης Κρήτης».

  Η Γενική Συνέλευση αποφάσισε να μην γίνει καμία απολύτως δράση προτού προμηθευτούν σοβαρή ποσότητα όπλων και μπαρουτιού και να ειδοποιηθούν οι Φιλικοί της υπόλοιπης Κρήτης να μην προβούν σε καμιά εσπευσμένη ενέργεια. Στη συνέχεια, κλήθηκαν οι ιδιοκτήτες των πλοίων να παραδώσουν στον κοινό αγώνα όσα πολεμοφόδια διατηρούσαν στα πλοία τους, για να γίνει ένας πρόχειρος εφοδιασμός για κάθε ενδεχόμενο. Παράλληλα, αποφασίστηκε να διατεθούν τα εκκλησιαστικά βιβλία από τους ναούς και τις Μονές για την προμήθεια χαρτιού, αναγκαίο υλικό για τα φυσέκια καθώς και οι στατήρες του ζυγίσματος,  ώστε με το λιώσιμό τους για να παραχθεί μολύβι.

Ο οπλισμός, όμως και τα πολεμοφόδια ήταν ελάχιστα για να ξεκινήσει ένα τέτοιο μεγάλο εγχείρημα. Έτσι, αποφασίστηκε να γίνει έρανος, με μορφή δανεισμού για τον αγώνα και να δοθούν χρεωστικές αποδείξεις. Έτσι μαζεύτηκαν συνολικά 54.000 δίστηλα τάληρα. Αμέσως ξεκίνησε ένα πλοίο για τη Μάλτα και την Τεργέστη ώστε να αγοραστούν όπλα και άλλα πολεμοφόδια, για να μπορεί να ξεκινήσει με αξιώσεις ο ένοπλος αγώνας.

Αμέσως μετά την απόφαση για τη συμμετοχή των Κρητών στην επανάσταση, οι επαναστάτες άρχισαν να αναζητούν συμμάχους. Με τη σύμφωνη γνώμη του Ηγουμένου της Μονής του Πρέβελη Μελχισεδέκ Τσουδερού, ο οποίος ήταν και από τους πρώτους μυημένους στη Φιλική Εταιρεία, τον Μάιο του 1821, οι Σφακιανοί αποφάσισαν να έρθουν σε επαφή με τους μουσουλμάνους της Αμπαδιάς, ώστε, ή να τους βοηθήσουν στην επανάσταση ή να μείνουν αμέτοχοι. Οι Κρήτες γνώριζαν ότι οι Αμπαδιώτες είχαν μεγάλη πολεμική δύναμη και εμπειρία και η συμμετοχή τους στην επανάσταση, με τη μία ή την άλλη πλευρά, θα είχε καταλυτικό ρόλο, ιδίως στις επαρχίες Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου. 


Για τον λόγο αυτό απέστειλαν πρεσβεία, προκειμένου να πείσουν τους Αμπαδιώτες, οι οποίοι, όμως, τελικά τους ξεγέλασαν.

Οι Αμπαδιώτες, φεύγοντας οι απεσταλμένοι, ειδοποίησαν τον Οσμάν πασά του Ρεθύμνου για τις επαναστατικές προθέσεις των Σφακιανών. Μετά από λίγες ημέρες ο Σερίφ πασάς του Ηρακλείου μήνυσε στους Σφακιανούς να παραδώσουν άμεσα όσα όπλα και πολεμοφόδια είχαν και παράλληλα συγκέντρωσε στρατό στα Κουσελιανά των Σφακίων, ώστε να εκβιάσει την παράδοση του οπλισμού τους, ενώ οι Σφακιανοί, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες, αρνήθηκαν. Η επανάσταση δεν μπορούσε να μείνει άλλο εν κρυπτώ.

Αυτό φάνηκε λίγες ημέρες αργότερα, όταν ένας από τους αγριότερους Αμπαδιώτες, ο Κουντούρης κινήθηκε εναντίον των Σφακίων με 200-300 συντοπίτες του για να καταφέρει την παράδοση των όπλων των Σφακιανών, πουλώντας εκδούλευση στον πασά. Αρχικά, στις 23 Μαΐου 1821, διατρέχοντας τον Άη Βασίλη, έφτασε στη Μονή του Πρέβελη, με στόχο να συλλάβει, αθόρυβα, τον Ηγούμενο Μελχισεδέκ Τσουδερό, που ήδη είχε μαθευτεί ότι ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και να τον οδηγήσει στο Ρέθυμνο για να τον κρεμάσουν ως παραδειγματισμό, ώστε να καμφθεί το φρόνημα των χριστιανών.


Ο Μελχισεδέκ ξεγέλασε τον Κουντούρη και  το βράδυ αθόρυβα πήρε όλους τους μοναχούς της Μονής, φόρτωσαν έξι φορτία με τα όπλα που είχαν κρυμμένα και έφυγαν από τον Πρέβελη. Παράλληλα, ειδοποίησε τα αδέρφια του Γεώργιο και Γιάννη  από τον Ασώματο, να πάρουν κι αυτοί τα μυημένα παλικάρια τους και όλοι μαζί βρέθηκαν στο ύψωμα Κουρκουλός, πάνω από το Ροδάκινο. Εκεί, το πρωί της 24ης Μαΐου, έξω από το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, ο Ηγούμενος της Μονής Πρέβελη, Μελχισεδέκ Τσουδερός, παρουσία 150 πάνοπλων Κρητικών, ύψωσε τη σημαία της επανάστασης. Στη συνέχεια, όλοι μαζί πήγαν στα Σφακιά ενημερώνοντας τους εκεί οπλαρχηγούς για τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας.



Πληροφορούμενος τα γεγονότα ο πασάς του Ηρακλείου, πίεσε τον Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη να αποστείλει αφοριστική επιστολή στους Σφακιανούς ώστε να σταματήσουν τις προετοιμασίες.

Στις 17 Μαΐου, ο εξαγριωμένος όχλος των Χανίων συνέλαβε τον Επίσκοπο Κισάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκη και τον δάσκαλο Καλίνικο Βερροιαίο, και αφού τους βασάνισαν φρικτά, μισοπεθαμένους τους έσυραν και τους κρέμασαν στον πλάτανο στο κέντρο της πόλης.

Στις 29 Μαΐου του 1821 πραγματοποιήθηκε στην Παναγία τη Θυμιανή η τελευταία και πιο καθοριστική Γενική Συνέλευση πριν την επανάσταση, αφού όλα ήταν πλέον έτοιμα. Εκεί βρέθηκαν όλοι οι άντρες των Σφακίων, οι προεστοί και οι καπεταναίοι των γύρω επαρχιών, καθώς και λίγοι εκπρόσωποι από τη Μέσα και ανατολική Κρήτη. Από τους πάνω από τους 1.500 συγκεντρωμένους, μόνο οι 800 ήταν οπλισμένοι, γεγονός που καταδεικνύει ότι η επανάσταση βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα.


Μετά τη θεία λειτουργία, οι επαναστάτες ασχολήθηκαν με την εκλογή των πολεμικών αρχηγών της κάθε περιοχής του νησιού, που ήταν κυρίως Σφακιανοί. Μόνο για την επαρχία Αγίου Βασιλείου ορίστηκε ντόπιος αρχηγός, ο Γεώργιος Τσουδερός, αδελφός του Ηγουμένου Μελχισεδέκ, αφού εξ’ αρχής οι Αγιοβασιλιώτες, με επικεφαλής τους Τσουδερούς είχαν προσέλθει στη Θυμιανή με οργανωμένο και πλήρως εξοπλισμένο στρατιωτικό σώμα. Το πρόβλημα από την αρχή υπήρξε στις ανατολικές επαρχίες της Κρήτης, που ο πληθυσμός ήταν εντελώς άοπλος και όλοι εκλιπαρούσαν για ένα τουφέκι.

Στις 14 Ιουνίου καταγράφεται η πρώτη νικηφόρα μάχη των Κρητικών στο χωριό Λούλο Χανίων, με 20 Τούρκους νεκρούς και μόλις ένα Κρητικό. Γενικά, στο πρώτο έτος της επανάστασης, αυτή εξαπλώνεται κυρίως στη δυτική Κρήτη, στους νομούς Χανίων και Ρεθύμνου και οι επαναστάτες σημειώνουν αξιόλογες επιτυχίες, σε μικρής κλίμακας όμως συγκρούσεις. Οι Τούρκοι από την πλευρά τους ξεσπούν στον άμαχο πληθυσμό και στον ανώτατο κλήρο, για να τρομοκρατήσουν και να κάμψουν το φρόνημα των Κρητικών. Έτσι, στις 24 Ιουνίου, στον «Μεγάλο Αρπεντέ» στο Ηράκλειο, 800 χριστιανοί του Ηρακλείου σφαγιάστηκαν. Ανάμεσά τους ο Μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος Παρδάλης και πολλοί Επίσκοποι της Κρήτης, θανατώθηκαν μέσα στον ναό του Αγίου Μηνά.

Παράλληλα, οι Τούρκοι, τον Ιούλιο του 1821, εκστρατεύουν τέσσερις φορές εναντίον των Σφακίων, με σκοπό να καταπνίξουν την επανάσταση εν τη γενέσει της. Και οι τέσσερις αποτυγχάνουν και πλούσια λάφυρα και οπλισμός πέφτουν στα χέρια των σχεδόν άοπλων επαναστατών. Τελικά, στα τέλη Ιουλίου του 1821 οι Τούρκοι με ένα τεράστιο σε όγκο εκστρατευτικό σώμα κατάφεραν να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τα άδεια από Σφακιανούς χωριά των Σφακίων. Έως τα τέλη Ιουλίου, οι οπλισμένοι Κρητικοί δεν υπερέβαιναν τους 4.000.


Στις 25 Οκτωβρίου έχουμε την άφιξη του Μιχαήλ Κομνηνού Αφεντούλιεφ στο Λουτρό ως Αρχιστρατήγου και Διοικητή της Κρήτης, διορισμένου από την ελληνική Διοίκηση, μετά από επιστολή των Κρητικών που ζητούσαν Γενικό αρχηγό για την Κρήτη. Έτσι ξεκινά η Πολιτική οργάνωση της επανάστασης.

Και το 1822 οι Κρήτες επαναστάτες συνεχίζουν να σημειώνουν αξιόλογες νίκες εναντίον των Τούρκων, στη δυτική Κρήτη, πάντα. Δυστυχώς, άρχισαν να εμφανίζονται και εμφύλιες διαμάχες και αντιζηλίες, όπως η δολοφονία του Αντώνη Μελιδόνη από τον Σφακιανό Βουρδουμπά, που δημιούργησαν τριγμούς στην επανάσταση. Το ίδιο συνέβη και με την αποτυχημένη κατάληψη του κάστρου του Ρεθύμνου και τον θάνατο του Γάλλου φιλέλληνα Βαλέστρα, τον Απρίλιο του 1822, που οφείλεται στη ζηλοφθονία του Αφεντούλιεφ προς τον Βαλέστρα.

21 Μαΐου έχουμε την ψήφιση του προσωρινού Οργανισμού της Κρήτης από τους πληρεξούσιους στους Αρμένους Χανίων, με τίτλο «Προσωρινή Πολιτεία της Νήσου Κρήτης» και ο Αφεντούλιεφ παίρνει τον τίτλο «Γενικός Έπαρχος». Τέλος του Μάη του 1822 οι Κρητικοί είχαν κατορθώσει να έχουν 8-9 χιλιάδες τουφέκια, αρκετά πολεμοφόδια και μικρά κανόνια. Απ’ αυτά είχαν αγοραστεί 3 χιλιάδες και είχαν αρπαχτεί από τις μάχες 5 χιλιάδες. Κανένα όπλο δεν είχαν προμηθευτεί από την Κεντρική Διοίκηση της Ελλάδας.

Το σκηνικό αλλάζει με την εμπλοκή της Αιγύπτου στην καταστολή της επανάστασης, αφού στις 28 Μαΐου καταφθάνει μοίρα του αιγυπτιακού στόλου με 120 καράβια και 10.000 στρατιώτες στο λιμάνι της Σούδας. Παρά τις προσπάθειες και τις κατά τόπου νίκες των επαναστατών, ο αγώνας δείχνει να είναι άνισος. Μέχρι το τέλος τους έτους άλλοι 4.500 Αιγύπτιοι στρατιώτες καταφθάνουν στο νησί σφίγγοντας ακόμα περισσότερο τον κλοιό των επαναστατημένων Κρητικών.

Στις 15 Νοεμβρίου 1822 Η προσωρινή διοίκηση της Κρήτης παύει από τα καθήκοντά του, ως Επάρχου, τον Αφεντούλιεφ, καταλογίζοντάς του ιδιοτέλεια στη διοίκησή του. Για τη θέση του Επάρχου της Κρήτης πρότειναν, στην Κεντρική Διοίκηση, τον Υδραίο Εμμανουήλ Τομπάζη.

Στις αρχές του 1823, έγινε ένα από τα φοβερότερα εγκλήματα του αγώνα, στο σπήλαιο στη Μίλατο Λασιθίου, όταν κυνηγημένοι είχαν κρυφθεί 2.000 άμαχοι με λίγους οπλοφόρους. Λόγω του αποκλεισμού τους οι άμαχοι μετά από φωτιά που άναψαν στην είσοδο του σπηλαίου οι Αιγύπτιοι, οδηγήθηκαν σε ηρωική έξοδο με οικτρή κατάληξη, αφού άλλοι εκτελέστηκαν επί τόπου και  άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. Το ίδιο ακριβώς γεγονός συνέβη μερικούς μήνες αργότερα στο σπήλαιο του Μελιδονίου.  Η επανάσταση στις ανατολικές επαρχίες ουσιαστικά έληξε, ενώ λίγοι αγωνιστές έμειναν να περιφέρονται στα όρη, οι γνωστοί χαίνηδες.

 Στις 21 Μαΐου 1823 ορίζεται νέος αρμοστής της Κρήτης ο Εμμανουήλ Τομπάζης, που φτάνει στην Κρήτη με πέντε πολεμικά και τρία φορτηγά πλοία καθώς και 600 άνδρες οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Ηπειρώτες.  Ταυτόχρονα οι Τουρκοαιγύπτιοι ανασυντάσσονται, φέρνουν νέο αρχιστράτηγο το Χουσεϊν γαμπρό του Μεχμέτ  Αλί  της Αιγύπτου με 3.000 άνδρες και άφθονα πολεμοφόδια. Στις 28 Ιουνίου Ψηφίζεται Νέος Οργανισμός της Νήσου Κρήτης από τον Γενικό Έπαρχο Εμμ. Τομπάζη στην Αρκούδαινα Ρεθύμνου.



Μέχρι τον Μάρτη του 1824 Ο Χουσείν πασάς είχε καταπνίξει την επανάσταση σε όλη την ανατολική Κρήτη, αφού κανείς δε μπορούσε να του αντισταθεί λόγω της ανοργανωσιάς που υπήρχε, και παρά τις εκκλήσεις του Τομπάζη προς την Κεντρική διοίκηση για βοήθεια. Στα τέλη Μαρτίου Ο Χουσείν επιτίθεται στα Σφακία που είναι έρημα από επαναστάτες, οι οποίοι προσπαθούν να σώσουν τις οικογένειές τους. Σε 10 ημέρες τα καταστρέφει ολοκληρωτικά ενώ τα γυναικόπαιδα προσπαθούν να σωθούν είτε στα φαράγγια είτε βρίσκοντας καταφύγιο στα νησιά και στην Πελοπόννησο. Στις 10 Απριλίου του 1824 αποχωρεί απογοητευμένος από την Κρήτη ο Γενικός Έπαρχος Εμμ. Τομπάζης. Μετά την αποχώρησή του όσοι ένοπλοι Κρητικοί είχαν απομείνει στο νησί ξεκίνησαν τον κλεφτοπόλεμο περιμένοντας αναζοπύρωση της επανάστασης. Παράλληλα, πολλοί Κρητικοί πολεμούσαν στην άλλη Ελλάδα όπου είχαν καταφύγει. 


Τον Αύγουστο του 1825, η κρητική επανάσταση μπαίνει στη δεύτερη φάση της, με την κατάληψη του φρουρίου της Γραμβούσας από Κρητικούς που έφτασαν με πλοία από την Πελοπόννησο.

 Οι επαναστάτες, με ορμητήριο την Γραμβούσα, επιδίδονται σε οργανωμένο κλεφτοπόλεμο εναντίον των Τούρκων της Δυτικής κυρίως Κρήτης. Τον Δεκέμβριο του 1826 η Διοίκηση της Γραμβούσας αποστέλλει επιστολή στους Σφακιανούς να ξαναμπούν στον αγώνα για την ελευθερία, αφού, έως τότε, για λόγους πικρίας δεν αναγνώριζαν τη Διοίκηση της Γραμβούσας και είχαν, ουσιαστικά, καταθέσει τα όπλα, απέχοντας από κάθε εχθροπραξία. Σταδιακά και μέχρι το φθινόπωρο 1827 οι επαναστάτες της Γραμβούσας αρχίζουν να ρέπουν προς την πειρατεία, βρίσκοντας ευκολότερο αυτόν τον τρόπο για λαφυραγωγία αλλά και για τροφή, αφού η πείνα τους μάστιζε λόγω ελλιπούς ανεφοδιασμού. Η πειρατεία αρχίζει να στιγματίζει ολόκληρο τον αγώνα των Κρητών, παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος αυτών πολεμά εναντίον των Τούρκων και Αιγυπτίων.


 Τον Σεπτέμβριο του 1827 συγκροτείται το Κρητικό Συμβούλιο για να αναλάβει την εποπτεία του αγώνα και αποστέλλει έγγραφο προς τον Εμμ. Τομπάζη ζητώντας βοήθεια. Πράγματι, στις 19 Νοεμβρίου αποβιβάζονται στον Άγιο Νικόλαο 2.000 επαναστάτες, με επικεφαλής τον Ιωάννη Χάλη με 12 καράβια του Τομπάζη, που είχαν έρθει από την Ελλάδα.



Τις πρώτες μέρες του 1828 καταφθάνει ο Χατζή Μιχάλης Νταλιάνης  στη Γραμβούσα, δίνοντας νέα ώθηση στην επανάσταση, ενώ το ίδιο διάστημα μοίρα του αγγλικού και γαλλικού στόλου φτάνει στη Γραμβούσα απαιτώντας να εκδιώξουν οι Γραμπουσανοί τους πειρατές. Οι Αγγλογάλλοι αναλαμβάνουν πρόσκαιρα τη συνδιοίκηση της Γραμβούσας, με σκοπό την εξάρθρωση της πειρατείας.

 Στις 18 Μαΐου γίνεται η περιώνυμη μάχη στο Φραγκοκάστελλο. Παρά τις επανειλημμένες συστάσεις των οπλαρχηγών ότι ο πεδινός χώρος του Φραγοκάστελλου δεν ενδείκνυται για μάχη, ο Νταλιάνης επέμενε, σίγουρος για τη νίκη του, παθαίνοντας ολοκληρωτική καταστροφή. 

Στα μέσα Ιουλίου του 1828 καταφτάνει στο Λουτρό ο  Γερμανός Βαρώνος Ρέινεκ, που ο Καποδίστριας διόρισε Αρμοστή της Κρήτης, με εντολή να συμβάλλει στη συνθηκολόγηση των δύο πλευρών, γεγονός που βρίσκει αντίθετους τους Κρήτες επαναστάτες.

Τελικά ο Ρέινεκ, με επιστολή του προς τον Καποδίστρια συντάσσεται με το μέρος των επαναστατών, παρακούοντας τις εντολές του. Εκλέγεται το νέο Κρητικό Συμβούλιο, μετά από πρόσκληση του Ρέινεκ προς τον κρητικό λαό, με αντιπροσώπους από όλες τις επαρχίες του νησιού.

Τον Οκτώβριος 1828 καταφθάνουν στη Σούδα 10 πολεμικά πλοία, Αγγλικά και Γαλλικά για να υποχρεώσουν τις αντιμαχόμενες πλευρές σε ανακωχή ώστε να δοθεί λύση στο κρητικό ζήτημα. Εκείνη την περίοδο όλο το νησί τελούσε υπό την κατοχή των επαναστατών εκτός από τα φρούρια των Χανίων, του Ρεθύμνου, του Ηρακλείου και της Σητείας. Στις 11 Νοεμβρίου, με έγγραφό του το Κρητικό Συμβούλιο δίνει οδηγίες στους τρεις Κρήτες εκπροσώπους που θα συμμετείχαν σε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για τους όρους της ανακωχής και της περιοχές δικαιοδοσίας κάθε πλευράς.

Τον Φεβρουάριο του 1829, ο Καποδίστριας ανακαλεί τον Βαρώνο Ρέινεκ από Αρμοστή της Κρήτης και τοποθετεί, στη θέση του, τον Χαίν, που ως τότε ήταν φρούραρχος της Γραμβούσας, ενώ στις 30 Ιουλίου του ίδιου έτους η Κρήτη συμμετέχει με 30 αντιπροσώπους στην Δ’ Εθνοσυνέλευση στο Άργος.

Στις 5 Οκτωβρίου έχουμε την άφιξη του νέου και τελευταίου Αρμοστή Νικόλαου Ρενιέρη στην Κρήτη, για να αντικαταστήσει τον Χαίν, μετά τις αναφορές των Κρητών προς τον Καποδίστρια που μιλούσαν για ραδιουργίες που οδηγούσαν σε φιλονικίες ανάμεσα στους Κρήτες.


Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1830, εντείνεται ο αγώνας των Κρητών σε διπλωματικό επίπεδο προκειμένου να ενταχθεί η Κρήτη στο νεοπαγές ελληνικό κράτος. Το Κρητικό Συμβούλιο αποστέλλει επιστολές στους βασιλείς των τριών μεγάλων Δυνάμεων για επίλυση του κρητικού ζητήματος, καθώς και στον πρίγκιπα Λεοπόλδο, ενώ ζητά από τον ελληνικό λαό βοήθεια για τη συνέχιση του αγώνα.


Το Πρωτόκολλο της 22 Ιανουαρίου 1830 άφηνε την Κρήτη έξω από τα όρια του νεοπαγούς ελληνικού κράτους, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις των Κρητών.

Στις 14 Μαΐου 1830, ανακοινώνεται σε αντιπροσωπεία Κρητών από τον Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ ότι η απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων είναι η Κρήτη να μείνει υπό οθωμανική κυριαρχία και πρέπει να σταματήσουν οι εχθροπραξίες.

Στις 23 Νοεμβρίου έχουμε την Τελευταία επιστολή-διαμαρτυρία του Κρητικού Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτης της Ελλάδας, από την έδρα του στις Μαργαρίτες, στους ναυάρχους των Μεγάλων δυνάμεων και στον ευρωπαϊκό Τύπο για το κρητικό ζήτημα. Παράλληλα, το Κρητικό Συμβούλιο δημιουργεί πολυπληθή επιτροπή ώστε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες σε κάθε νέο δεδομένου που μπορεί να προκύψει. Στις 16 Δεκεμβρίου 1830, διαλύεται το Κρητικό Συμβούλιο, αφού ελάχιστα πια από τα μέλη του έχουν απομείνει στην Κρήτη και ακόμα και ο τελευταίος Αρμοστής Νικόλαος Ρενιέρης έχει καταφύγει στην ελεύθερη Ελλάδα.

 Η εχθρική αγγλική διπλωματία είχε θριαμβεύσει, ενώ με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, η Κρήτη παραχωρούνταν στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφερε στον Σουλτάνο κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης σε Κρήτη και Πελοπόννησο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο δικός μας Μάρκος!

Η παραδοσιακή κρητική φορεσιά στο πέρασμα του χρόνου

Ρέθυμνο: 20 χρόνια αναπλάσεις-20 χρόνια κυκλοφοριακό!