Στη μνήμη του θείου μου Στυλιανού Ν. Δερεδάκη



Αγαπημένε μας θείε,
Από εδώ, από την εκκλησία των 4ων Μαρτύρων σου απευθύνουμε σήμερα το τελευταίο αντίο. Από την εκκλησία που κάθε μέρα αντίκριζες από το μπαλκόνι του ιατρείου σου.

Μια ολόκληρη ζωή πέρασες σε αυτό το ιατρείο, στην πλατεία των 4ων Μαρτύρων. Ήσουν κι εσύ ένα κομμάτι της ιστορίας της πλατείας.
 Και έφτασες εκεί με πολύ κόπο, αγώνα και μόχθο.
 Ήσουν το 6ο παιδί του Νικολή και της Ελένης Δερεδάκης από το Σπήλι. Μιας οικογένειας αγροτικής, φτωχής, αλλά με ήθος, τιμιότητα ευγένεια και αλληλεγγύη. Αυτά τα ιδανικά διδαχτήκατε και τα έξι παιδιά. Και τα κρατήσατε ψηλά! Και τα μεταλαμπαδεύσατε και σε εμάς, στα παιδιά σας.
Μεγάλωσες στα δύσκολα μετακατοχικά χρόνια. Τότε που όλα ήταν δύσκολα! Ήσουν οξύ πνεύμα! Ανήσυχο! Πήγες στο Γυμνάσιο στο Ρέθυμνο. Μικρό παιδί. Αλλά δεν ήσουν μόνος. Ήταν δίπλα σου τα αδέρφια σου: ο Γιώργης, η Κατίνα, Ο Μάρκος, ο Γιάννης, ο Κωστής. Αυτοί σε βοήθησαν... Αυτοί σε συντρόφευαν.
Κι όταν πλέον αντιλήφθηκες ότι η Κρήτη δεν σε χωράει, τότε όλα σου τα αδέρφια στάθηκαν δίπλα σου! Σαν μια γροθιά! Και σε βοήθησαν να σπουδάσεις στη Θεσσαλονίκη. Να γίνεις γιατρός! Σπουδαίος και χρήσιμος στην κοινωνία.
Και γύρισες πάλι στο Ρέθυμνο, με το πτυχίο της Ιατρικής στο χέρι. Οι κόποι όλων είχαν ανταμειφθεί! Και οι δικοί σου και της οικογένειάς σου! Και τα χαμόγελα τώρα πλατιά!
Παντρεύτηκες την Κατερίνα σου! Την κόρη του γνωστού οδοντιάτρου από το Αμάρι. Του Ανδρέα του Κασιμάτη. Κι εκεί, στο ιατρείο του πεθερού σου άρχισες κι εσύ τη σταδιοδρομία σου. Έγινες γρήγορα γνωστός και αγαπητός. Δεν ήσουν μόνο καλός γιατρός! Ήσουν κυρίως άνθρωπος. Σαν αυτούς που αναζητούσε ο Διογένης με το φανάρι. Κι αυτή η ανθρωπιά σου σε καταξίωσε στη μικρή μας κοινωνία.
Πιο πριν έκανες το αγροτικό σου στα Αγκουσελιανά. Και οι κάτοικοι σε αγκάλιασαν! Όχι μόνο σαν καλό γιατρό, αλλά πρωτίστως ως άνθρωπο. Κι έγινες κομμάτι της μικρής αυτής κοινωνίας.
Και μετά ήρθαν τα τρία σου παιδιά. Η Ελένη, ο Ανδρέας, η Μαρία. Και φτιάξατε μια οικογένεια πρότυπο.  Και χαμογελούσατε με τη θεία μας την Κατερίνα σε κάθε τους βήμα, σε κάθε τους πρόοδο. Βλέπατε ότι οι κόποι σας δεν πήγαν χαμένοι. Οι αξίες που τους δώσατε βρήκαν γόνιμο έδαφος. Και οι σπόρος βλάστησε. Και χαιρόσασταν με τις χαρές τους και τις επιτυχίες τους και στεκόσασταν δίπλα τους  στις δυσκολίες της ζωής. Και μετά οι γάμοι, τα εγγόνια... Ο Μανώλης, η Κατερίνα, ο Μάρκος, η Μάρια, ήρθαν να συμπληρώσουν και να ολοκληρώσουν την οικογενειακή ευτυχία, μαζί με τη νύφη σου τη Μαρία και τον γαμπρό σου τον Μιχάλη.
Αν και κατέβηκες στην πόλη, ποτέ σου δεν ξέχασες τις ρίζες σου, το χωριό σου, το Σπήλι. Πάντα γύριζες στην πατρογονική γη. Εκεί έχτισες ένα νέο σπίτι, για να είσαι κοντά στην πατρική περιουσία. Αυτή που σε ανάθρεψε. Και κάθε Σαββατοκύριακο δραπέτευες εκεί. Να εισπνεύσεις τον σπηλιανό αέρα και να αναζωογονηθείς. Να πας στην Περαμερέ και στης Γιους τον κάμπο. Να ξεσηκώνεις τα αδέρφια σου κι εσύ μπροστάρης να μην αφήσετε να ρημάξει η πατρική περιουσία. Και βέβαια, να πας στο αγαπημένο εκκλησάκι. Στο μικρό ταπεινό εξωκκλήσι του Αι-Δημήτρη, που εσύ το ανέστησες και το έκανες προέκταση του εαυτού σου και την οικογένειάς σου.
Κάθε Σάββατο να πηγαίνεις να βλέπεις την αδερφή σου την Κατίνα. Κι εκεί, στη βεράντα, να κουβεντιάζετε και να αστειεύεστε σαν τα μικρά παιδιά. Γιατί στην ψυχή σου θείε μου, ποτέ δεν μεγάλωσες. Πάντα ήσουν μικρό παιδί, με την αγνή και καθαρή καρδιά σου. Που ποτέ δεν έβλαψες κανέναν. Μόνο προσέφερες. Στον φτωχό, στον ανήμπρο, στον πάσχοντα. Και πάντα διακριτικά και αθόρυβα.
Αλλά και τα άλλα σου αδέρφια... Ο Γιώργης και ο Μάρκος που μας βλέπουν και μας ακούν τώρα από ψηλά και ο Γιάννης και ο Κωστής. Πάντα σε καμάρωναν και σε θαύμαζαν κι ας ήσουν ο στερνός. Ο «ΓΙΑΤΡΟΣ ΜΑΣ» έλεγαν και φωτιζόταν το πρόσωπό τους. Και ποτέ δεν ξέχασες τη βοήθεια που σου προσέφεραν στα πρώτα σου βήματα. Και τους το ανταπέδωσες στο πολλαπλάσιο. Κι έτσι σφυρηλατήθηκε και γιγαντώθηκε αυτή η μοναδική σχέση που είχατε μέχρι και σήμερα. Ώρες ατελείωτες να μιλάτε μεταξύ σας στο τηλέφωνο. Και αυτός που σας άκουγε να μην  μπορεί να καταλάβει το γιατί. Ήταν ένα γιατί που το ξέρατε μόνο εσείς. Και το κρατούσατε επτασφράγιστο μυστικό στην καρδιά σας.
Ήσουνα σπουδαίος θείε Στέλιο. Μια από τις εξέχουσες προσωπικότητες της κοινωνίας μας. Και συνάμα τόσο απλός. Τόσο καταδεκτικός. Ποτέ σου δεν ήσουν αλαζόνας. Πάντα επιζητούσες την παρέα των απλών ανθρώπων. Και αυτοί το θεωρούσαν τιμή τους να καθίσουν στο καφενείο να παίξουν, με εσένα, το γιατρό, πρέφα και τάβλι. Να καλαμπουρίσετε και να χωρατέψετε.
Το ιατρείο σου το έκλεισες, μετά τη συνταξιοδότησή σου. Αλλά την πλατεία των 4ων Μαρτύρων δεν την εγκατέλειψες ποτέ. Διατήρησες το στέκι σου εκεί. Και από το μικρό μπαλκονάκι, που έβαζε κάτω όλη την πλατεία, φώναζες και καλούσες τους φίλους και γνωστούς που περνούσαν να πείτε μια κουβέντα. Να συζητήσετε τα νέα της πολιτείας. Γιατί, θείε μου, είχες άποψη και θέση για όλα. Και όλοι έρχονταν στο ιατρείο σου να σε συμβουλευτούν, να πάρουν τη γνώμη σου. Κι έπαιρνες κι εσύ οξυγόνο από αυτή την ανθρώπινη συναναστροφή.
Τώρα θείε μου, μας κοιτάς από εκεί ψηλά. Και το ξέρεις καλά πόσο μας λείπεις. Αλλά το ξέρεις εξίσου καλά ότι συνεχίζουμε και θα συνεχίζουμε να σε αφουγκραζόμαστε. Να σε ακούμε. Θα συνεχίζεις να είσαι ο φάρος μας. Που μας δίνει ζωή, ελπίδα και κουράγιο να συνεχίσουμε. Γιατί πάντα ήσουν μαχητής. Ποτέ δεν τα παράτησες. Και αυτό θέλεις για όλους εμάς, που σήμερα μαζευτήκαμε εδώ, για να σου πούμε το στερνό αντίο. Έναν αποχαιρετισμό που μας αφήνει σε όλους μια πικρή γεύση. Γιατί είχες ακόμη να δώσεις σε όλους μας τόσα πολλά!!! Μας έφυγες νωρίς θείε Στέλιο! Αλλά ποτέ δεν πρόκειται να σε ξεχάσουμε!
Ας είναι ελαφρύ το χώμα της σπηλιανής γης που θα σε σκεπάσει...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Υγειονομική έκθεση των εστιατορίων του Ρεθύμνου του 1902

Πολιτικοί αχυράνθρωποι.

Μια κουμπαριά που άλλαξε… κουμπάρο!