Κωνσταντίνα


 
Η Κωνσταντίνα σκούπισε με την άκρη του δαχτύλου της ένα δάκρυ που είχε στάξει στο μάγουλό της. Πριν λίγο είχε άλλον έναν ομηρικό καβγά με τον άντρα της, τον Στέφανο. Έναν από τους πολλούς πανομοιότυπους των τελευταίων μηνών. Όλα άρχιζαν και τελείωναν στο οικονομικό. «Γιατί, γιατί;» αναρωτιόταν κάθε φορά από μέσα της.

Στα σαράντα πέντε της πια έβλεπε τη ζωή που είχε ονειρευτεί να γίνεται ένας πραγματικός εφιάλτης. Το σπίτι δεν την χωρούσε πια. Κάθε φορά που επέστρεφε μετά τη δουλειά, έναν κόμπος της έσφιγγε το στομάχι. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποφεύγει το σπίτι της. Χανόταν στις πολύωρες βόλτες στην παραλιακή λεωφόρο της πόλης. Αλλά και όταν δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, βυθιζόταν σε κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο και κορόιδευε τον εαυτό της. Νόμιζε πως με αυτόν τον τρόπο έβρισκε την απόδραση. Από πού όμως; Μια ψευδαίσθηση ήταν όλα. Το ήξερε η Κωνσταντίνα αλλά εκεί είχε καταφύγει.

Και όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε στο Πάντειο.  Εκεί γνώρισε και τον Στέφανο. Ερωτεύτηκαν παράφορα. Έκαναν όνειρα μαζί. Ο Στέφανος την έπεισε να φύγουν από την πρωτεύουσα. Να πάνε στο νησί του, τη Ρόδο. Εκεί παντρεύτηκαν. Στην Παναγιά την Τσαμπίκα. Μετά από 3 χρόνια ήρθε και ο γιος τους ο Νίκος. Όλα έμοιαζαν ιδανικά, σαν βγαλμένα από παραμύθι. Και οι δυο τους βρήκαν δουλειά σε ιδιωτικές εταιρείες. Στην αρχή νοίκιασαν ένα σπίτι που στέγασαν τα όνειρά τους και τη φαμίλια τους. Ο Στέφανος είχε ένα οικόπεδο σε έναν οικισμό μερικά χιλιόμετρα από την πόλη. «Να πάμε να χτίσουμε το δικό μας σπίτι» της είπε. «Να έχουμε τον κήπο μας, να μπορεί να μεγαλώνει και το παιδί όμορφα, αρμονικά». Της άρεσε η ιδέα της Κωνσταντίνας. Μεγαλωμένη σε ένα στενάχωρο διαμέρισμα της Αθήνας, πάντα ονειρευόταν ένα τέτοιο σπίτι. Πήραν δάνειο, όπως και οι κουμπάροι τους και το έχτισαν.

Τα πρώτα 1-2 χρόνια είχαν ικανοποιήσει όλα τους τα όνειρα. Και οι δυο τους ήταν καταξιωμένοι στη δουλειά τους. Ώσπου ήρθε η οικονομική κρίση. Το αφεντικό της φώναξε ένα μεσημέρι την Κωνσταντίνα στο γραφείο του. «Η δουλειά δεν πάει καλά» της είπε σκεφτικός. «Δεν θέλω να σε απολύσω. Είσαι η καλύτερή μου υπάλληλος. Αλλά δεν μπορώ να σου δίνω πια τον μισθό που σου έδινα. Θα μειωθεί το ωράριό σου κατά δύο ώρες και αναλογικά θα μειωθεί και ο μισθός σου. Είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να κάνω για εσένα». Η Κωνσταντίνα τον ευχαρίστησε με ένα παγωμένο χαμόγελο. Μια ζαλάδα την είχε κυριεύσει. Τα μηνίγγια της κόντευαν να σπάσουν.

Αλλά τα πράγματα δεν έμειναν εκεί. Ελάχιστους μήνες πληρωνόταν πια στην ώρα της. Όλο έναντι της έβαζε. Και η δουλειά είχε αυξηθεί. Μπορεί αυτή να μην απολύθηκε αλλά δεν είχαν την ίδια τύχη και οι δυο συνάδελφοί της. Έτσι, έπρεπε να παίρνει δουλειά και στο σπίτι.

Ο Στέφανος είχε γίνει πια άλλος άνθρωπος. Δεν ήταν πια αυτός ο γελαστός και ρομαντικός νέος που είχε γνωρίσει στη πανεπιστήμιο. Είχε σκληρύνει. Του έφταιγαν όλοι και όλα. Οι καβγάδες τους ήταν πια καθημερινοί. Η μοναδική διέξοδος της Κωνσταντίνας ήταν ο γιός της, ο Νικόλας της. Αυτός ήταν το αποκούμπι της. Αυτός της έδινε μόνο δύναμη.

Αλλά αυτό το μεγάλο «ΓΙΑΤΙ» είχε εγκατασταθεί πλέον στο πίσω μέρος του μυαλού της και δεν έλεγε να φύγει…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Υγειονομική έκθεση των εστιατορίων του Ρεθύμνου του 1902

Πολιτικοί αχυράνθρωποι.

Μια κουμπαριά που άλλαξε… κουμπάρο!