Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Πασχαλινές αναμνήσεις


         
   Άγιες ημέρες που πλησιάζουν δεν μπορώ να μην θυμηθώ το Πάσχα των παιδικών μου χρόνων. Τότε, που μαθητής του Δημοτικού Σχολείου κατεβαίναμε κάθε Πάσχα από την Αθήνα που μέναμε στην Κρήτη. Δεν είχαμε ακόμη δικό μας σπίτι και μέναμε στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς στα Περιβόλια. Ένα παλιό αγροτόσπιτο δίπλα στο κύμα, που όμως, στα παιδικά μας μάτια, φάνταζε ως μυστηριώδες και ονειρικό.

            Η σημερινή οδός Κιλελέρ που βρισκόταν, ήταν τότε, τη δεκαετία του ’70, ένα στενό χωμάτινο δρομάκι, με ελάχιστα παλιά σπίτια, χωρίς δημοτικό φωτισμό, με πολλή σκόνη το καλοκαίρι και ατελείωτη λάσπη τον χειμώνα. Ο παραλιακός δρόμος έφτανε τότε μέχρι το ξενοδοχείο ΣΤΕΡΙΣ, αφήνοντας σε εμάς τα παιδιά άπλετο χώρο για παιχνίδι και εξερευνήσεις στην περβολιανή άμμο.

            Το Μ. Σάββατο το βράδυ μας έβαζε η μητέρα να κοιμηθούμε, δεν ξέρω γιατί, το απόγευμα, κατά τις 7, για να μας ξυπνήσει περίπου στις 11 το βράδυ. «Να είστε ξεκούραστοι στην Ανάσταση», μας έλεγε για να κάμψει τις αντιδράσεις μας, αφού με τίποτα δεν θέλαμε να ξαπλώσουμε.

            Ξυπνώντας, βρίσκονταν δίπλα μας τα πασχαλινά μας ρούχα και οι λαμπάδες μας. Ντυνόμασταν γρήγορα-γρήγορα και με τα πόδια ανηφορίζαμε μέχρι το εκκλησάκι του Αγ. Νικολάου, στο παλιό πανεπιστήμιο. Εκεί γινόταν κάθε χρόνο η Ανάσταση, ενώ οι άλλες ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας γίνονταν στον ναό του Αγ. Γεωργίου. Σιγά-σιγά μαζεύονταν όλες οι οικογένειες των Περιβολίων. Τα μεγαλύτερα παιδιά ήταν ακροβολισμένα στα υψώματα γύρω από την εκκλησία με τα δυναμιτάκια στα χέρια. Το ξέραμε όλοι ότι την ώρα που ο παπά Σταύρος θα έλεγε τον «Χριστός Ανέστη» θα γινόταν πραγματικός πόλεμος. Όπως και γινόταν.

            Μετά την υπαίθρια τελετή του  «Χριστός Ανέστη», γινόταν κάθε χρόνο ένα δρώμενο που με εντυπωσίαζε, χωρίς να καταλαβαίνω, τότε, τι πραγματικά σήμαινε.

Ο παπά Σταύρος στεκόταν μπροστά στην κλειστή πόρτα του ναού, με το Ευαγγέλιο στο χέρι, σε ρόλο Χριστού, Νικητή του θανάτου, και διέταζε με επιτακτικό τόνο τον Άδη, που υποδυόταν ο ψάλτης, ο μόνος που βρισκόταν μέσα στην εκκλησία, να ανοίξει τις πύλες του και να παραδώσει το βασίλειό του, που το συμβόλιζε ο κλειστός ναός, «στον Βασιλέα της Δόξης». Τρεις φορές πρόσταζε τον Άδη με τη φράση « Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών…και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης», και άλλες τόσες ο Άδης αρνιόταν με την απαξιωτική παρατήρηση: «Και τίς εστιν ο Βασιλεύς της Δόξης;». Την τρίτη φορά ο παπά Σταύρος έσπρωχνε με δύναμη την πόρτα του ναού, προτάσσοντας το Ευαγγέλιο και εισερχόταν θριαμβευτικά στην εκκλησία με την αποστομωτική απάντηση: «Κύριος δυνατός, Κύριος κραταιός εν πολέμω, Αυτός εστίν ο Βασιλεύς της Δόξης!», ενώ η εκκλησία σειόταν από το μυριόστομο « Χριστός Ανέστη».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: