Γιάννη Τσακπίνη: "Βιώματα της Κατοχής"


 
 
Με τον κ. Γιάννη Τσακπίνη γνωρίστηκα πριν από μερικά χρόνια όταν ήμουν Διευθυντής στο Δημοτικό Σχολείο Ρουσσοσπιτίου. Με πολλή αγάπη αλλά και διακριτικότητα ο κ. Γιάννης βοήθησε τα μέγιστα στη βελτίωση της υλικοτεχνικής υποδομής του σχολείου, θεωρώντας το ως χρέος και υποχρέωση στο σχολείο των παιδικών του χρόνων.

Τα χρόνια πέρασαν, έφυγα από το σχολείο του Ρουσσοσπιτίου, αλλά ποτέ δεν διακόψαμε την επαφή μας. Συνέχισα να παρακολουθώ τη δραστηριότητά του, που πλέον είχε επεκταθεί στην καταγραφή και δημοσίευση στον τοπικό Τύπο  των αναμνήσεων και βιωμάτων των παιδικών του χρόνων και κυρίως αυτών που είχαν να κάνουν με τα μαύρα και δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής.

Σε αυτό το σημείο τον παρότρυνε ο κουμπάρος του και εκλεκτός συνάδελφος, Διευθυντής στο 5ο Δημοτικό σχολείο Ρεθύμνου, Νίκος Φωτάκης, να μαζέψει και να εκδώσει σε έναν τόμο όλα αυτά τα δημοσιεύματα, που τα τελευταία χρόνια, με πολύ μεράκι, είχε γράψει.

Με πολλή χαρά, αλλά και τεράστια αίσθηση ευθύνης, δέχτηκα να αναλάβω την επιμέλεια έκδοσης του παρόντος βιβλίου. Γνώριζα εκ των προτέρων ότι δεν ήταν ένα ακόμα βιβλίο, αλλά μια πραγματική κατάθεση ψυχής, ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, από έναν άνθρωπο, που δεν είναι ούτε λογοτέχνης, ούτε ποιητής, ούτε λαογράφος. Κι όμως, ο κ. Γιάννης διαθέτει έναν μοναδικό τρόπο, ένα μοναδικό ύφος να προσεγγίζει το παρελθόν, να βουτά μέσα σε αυτό και να το παρουσιάζει στις πραγματικές του διαστάσεις αλλά με μεγάλη αξιοπρέπεια για τους ανθρώπους και τον τόπο. 

Διαβάζοντας τα άρθρα που απαρτίζουν το βιβλίο, βρέθηκα σε ένα μεγάλο δίλημμα: Σε ποιο βαθμό θα έπρεπε να παρέμβω στο ύφος και στη γλώσσα του συγγραφέα. Ο κ. Τσακπίνης μεγάλωσε με την απλή καθαρεύουσα, γλώσσα που χρησιμοποίησε και στο μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, ως αξιωματικός του ελληνικού Στρατού. Είναι φυσιολογικό, λοιπόν, ψήγματα αυτής της γλώσσας να υπάρχουν ακόμα και σήμερα στον γραπτό του λόγο. Μετά από σκέψη αποφάσισα να μην αλλάξω αυτή τη γραφή, αφού υπήρχε κίνδυνος να αλλοιωθεί το ύφος των κειμένων και κατ’ επέκταση ο προσωπικός χαρακτήρας που ο συγγραφέας θα ήθελε να προσδώσει σε αυτά. Επίσης, αναλλοίωτοι και ατόφιοι παρέμειναν οι επίλογοι των κειμένων, που σε πολλές περιπτώσεις έχουν διδακτικό και παραινετικό χαρακτήρα προς τη νέα γενιά.

Έτσι καταφέραμε να ολοκληρώσουμε μια τεράστια προσπάθεια, που κράτησε σχεδόν δύο χρόνια, και να βρισκόμαστε σήμερα ενώπιόν σας παρουσιάζοντας το πόνημα: «Βιώματα της Κατοχής. Οδοιπορικό βιωμάτων ενός ηλικιωμένου 80 ετών».

Ο συγγραφέας είναι μια έντονα θρησκευόμενη προσωπικότητα. Είναι λογικό λοιπόν στο βιβλίο η θρησκευτική ζωή να κατέχει περίοπτη θέση. Σε τέσσερα διηγήματα ο Γιάννης Τσακπίνης παρουσιάζει τα προσωπικά του βιώματα από τις πανηγυρικές λειτουργίες αλλά και τα γλέντια που ακολουθούν αυτές, στις εκκλησίες του χωριού του Καπεδιανά αλλά και των γύρω ναών. Με νοσταλγία περιγράφει τις συντροφιές των συγχωριανών  που μαζεύονταν για να παρακολουθήσουν τη θεία λειτουργία αλλά και να διασκεδάσουν μετά έξω από το ναό. Με αφορμή πρόσφατες πανηγύρεις, βουτά στο παρελθόν και ανακαλεί μνήμες των παιδικών αλλά και νεανικών του χρόνων, τότε που όλο το χωριό, σαν μια παρέα, ξεχνούσε τα μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας και διασκέδαζε μέχρι πρωίας με αφορμή τη γιορτή του τοπικού Αγίου.

Οικογένεια Μικρασιατών, που η μοίρα τους έριξε στο χωριό Καπεδιανά μετά τον ξεριζωμό του ’22, πάλεψαν με όλες τους τις δυνάμεις για να επιβιώσουν και να δημιουργήσουν ένα καλύτερο αύριο. Τα οικόσιτα ζώα ήταν η περιουσία τους, που σε αυτά είχαν εναποθέσει ένα μεγάλο κομμάτι της επιβίωσής τους. Στο κεφάλαιο βουκολική ζωή, ο συγγραφέας ανασύρει από τη μνήμη του ιστορίες με βοσκούς, θυμάται το υπομονετικό και άοκνο τετράποδο που εκτελούσε όλες τις μεταφορές τους, την κλώσσα με τα κλωσσόπουλα, αλλά και αστείες ιστορίες του παρελθόντος που καταδεικνύουν την πονηριά αλλά και την ευρηματικότατα του Έλληνα στην προσπάθειά του να επιβιώσει.

Η ασφεντυλιά, η ελιά, η φλασκιά, ο ηλιάνθος, ο κισσός, το αμπέλι, φυτά της χλωρίδας της Κρήτης, ήταν η καθημερινή παρέα και ενασχόληση των ανθρώπων της υπαίθρου τη δεκαετία του ’40 και του ’50. Κάθε οικογένεια έπρεπε να έχει αυτάρκεια σε λάδι, σιτάρι και κρασί. Με αυτά τα προϊόντα επιβίωνε, με αυτά συναλλασσόταν. Αλλά από τη φύση έπαιρνε και έφτιαχνε και τα καθημερινά σκεύη και εργαλεία. Από τη φλασκιά έφτιαχνε τις κανάτες και τα ποτήρια. Με κομμένο φλασκί μετάγγιζε το λάδι, το κρασί, το στάρι. Από την ασφεντυλιά τα παιδιά έφτιαχναν τα πρώτα τους παιχνίδια για να παίξουν και να ξεχαστούν. Από ένα γερό και ίσιο κλαδί έφτιαχνε ο βοσκός και ο γεωργός της κατσούνα του που τον συντρόφευε, τον βοηθούσε αλλά και τον προστάτευε στη δύσκολη καθημερινότητά του. Αυτά περιγράφει ο Γιάννης Τσακπίνης στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του με θέμα τη φύση.

Στο μεγαλύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, μέσα από 16 κείμενα, ο συγγραφέας περιγράφει τη ζωή του χθες. Καταγράφει τον ξεριζωμό της οικογένειάς του από τις αλησμόνητες πατρίδες και τον αγώνα που έκαναν, τον πρώτο ιδίως καιρό, στη νέα τους πατρίδα. Περιγράφει αγροτικές εργασίες όπως το ελαιομάζωμα και το παραδοσιακό ελαιοτριβείο της περιόδου της Κατοχής, το αλέτρι, τη σπορά και το όργωμα, καθώς και το θέρισμα, το αλώνισμα και το ζύμωμα. Μιλάει για το παραδοσιακό τζάκι, το ασκί που ήταν το καθημερινό μέσο μεταφοράς των υγρών, για τον γαλατά, αλλά και για μια ιδιότυπη, χειροποίητη σαγιονάρα της Κατοχής.

Όλα τα κείμενα του βιβλίου αποτελούν σημαντική συμβολή στην τοπική λαογραφία, μια μοναδική και αυθεντική καταγραφή της αγροτικής κρητικής ζωής των περασμένων δεκαετιών, όπου οι εικόνες και το συναίσθημα κατακλύζουν τις σελίδες του. Αλλά και ως απόστρατος στρατιωτικός ο Γιάννης Τσακπίνης δεν ξεχνά τον ρόλο του ως εκπαιδευτή των νέων ανθρώπων, όχι μόνο στα όπλα αλλά και στη γαλούχηση της ψυχής και του φρονήματος. Έτσι, όλα τα κείμενα καταλήγουν με παραινέσεις και συμβουλές προς τη νέα γενιά, ώστε ως χώρα και ως κοινωνία να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος.

Θα ήθελα να κλείσω τη σημερινή μου βιβλιοπαρουσίαση με το κομμάτι του βιβλίου που αφορά στη σχολική ζωή. Μεγαλωμένος ο συγγραφέας στο χωριό Καπεδιανά, διδάχτηκε τα πρώτα του γράμματα στο σχολείο του Ρουσσοσπιτίου, που βρισκόταν 1,5 χλιόμετρο μακριά. Δύσκολη και επίπονη διαδρομή, ιδίως τον χειμώνα που οι χείμαρροι κατέβαζαν πολύ νερό, καθιστώντας τη διαδρομή δύσκολη και επικίνδυνη. Τις μαθητικές του αναμνήσεις, που περιέχονται ατόφιες στα τέσσερα κείμενα του σχετικού κεφαλαίου, μου διηγήθηκε ο κ. Γιάννης στις 9 Δεκεμβρίου του 2009 όταν με επισκέφθηκε στο Δημοτικό Σχολείο του Ρουσσοσπιτίου. Εμφανώς συγκινημένος μου ζήτησε να επισκεφθεί τις αίθουσες του σχολείου, που πριν από 60 σχεδόν χρόνια φοιτούσε. Εκεί, μου ζήτησε να του βρω το ποίημα που είχε απαγγείλει όταν ήταν μαθητής της Ε’ τάξης. Δεν θυμόταν τον τίτλο. Μόνο κάποιους στίχους. Το περιστατικό αυτό το αναφέρει ο κ. Γιάννης στο βιβλίο του. Αλλά δεν αναφέρει το ποίημα. Να το πω, λοιπόν, εγώ σήμερα: Το ποίημα ήταν του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, με τίτλο «το σχοινί του Πατριάρχη» αφιερωμένο στον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’. Ο ποιητής το έγραψε με αφορμή τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Γρηγορίου του Ε’ στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1872. Θα μου επιτρέψετε να το απαγγείλω στον αγαπημένο μου κ. Γιάννη, ως ελάχιστο δείγμα ειλικρινούς αγάπης και εκτίμησης στο πρόσωπό του και με αυτό να κλείσω:

Τὸ σχοινὶ τοῦ Πατριάρχη

Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;
  ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου τὰ ὄνειρα;
Γιατί στὸ μέτωπό σου
  νὰ μὴ φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσὲς ἀχτίδες,
ὅσες μᾶς δίδ᾿ ἡ ὄψη σου παρηγοριὲς κ᾿ ἐλπίδες;
Γιατί στὰ οὐράνια χείλη σου
  νὰ μὴ γλυκοχαράζει, πατέρα, ἕνα χαμόγελο;
Γιατί νὰ μὴ σπαράζει μέσα στὰ στήθη σου ἡ καρδιά,
καὶ πῶς στὸ βλέφαρό σου
  οὔτ᾿ ἕνα δάκρυ ἐπρόβαλε, οὔτ᾿ ἔλαμψε τὸ φῶς σου;

Ὁλόγυρά σου τὰ βουνὰ
  κ᾿ οἱ λόγγοι στολισμένοι τὸ λυτρωτή τους χαιρετοῦν.
Ἡ θάλασσ᾿ ἀγριωμένη
  ἀπὸ μακρὰ σ᾿ ἐγνώρισε καὶ μ᾿ ἀφρισμένο στόμα φιλεῖ,
πατέρα μου γλυκέ,
  τὸ ἐλεύθερο τὸ χῶμα, ποὺ σὲ κρατεῖ στὰ σπλάγχνα του.

Θυμᾶται τὴν ἡμέρα, πατέρα μου, σ᾿ ἐδέχτηκε.
Θυμᾶται στὸ λαιμό σου τὸ ματωμένο τὸ σχοινί,
καὶ στ᾿ ἅγιο πρόσωπό σου τ᾿ ἄτιμα τὰ ραπίσματα,
τὸ βόγγο, τὴ λαχτάρα, τοῦ κόσμου τὴν ποδοβολή.
Θυμᾶται τὴν ἀντάρα, τὴν πέτρα ποὺ σοῦ ἐκρέμασαν,
  τὴ γύμνια τοῦ νεκροῦ σου,
τὸ φοβερὸ τὸ ἀνέβασμα τοῦ καταποντισμοῦ σου.

Τὸ μάρμαρο μένει βουβὸ καὶ θὲ νὰ μείνει ἀκόμα,
ποιὸς ξέρει ὡς πότ᾿ ἀμίλητο τὸ νεκρικό σου στόμα.
Κοιμᾶται κι ὀνειρεύεται καὶ τότε θὰ ξυπνήσει,
ὅταν στὰ δάση, στὰ βουνά, στὰ πέλαγα,
  βροντήσει τὸ φοβερό μας κήρυγμα.
«Χτυπᾶτε, πολεμάρχοι!
  Μὴ λησμονεῖτε τὸ σχοινί, παιδιά, τοῦ πατριάρχη!»

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Υγειονομική έκθεση των εστιατορίων του Ρεθύμνου του 1902

Πολιτικοί αχυράνθρωποι.

Μια κουμπαριά που άλλαξε… κουμπάρο!