Των παιδιών μας τα παιδιά.


Τρεις γενιές σε μια οικογένεια
Έλενας Βιταλάκη-Αναστασίας Πρατικάκη
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
 
Δεν μπορώ να ξεχάσω τη νηπιακή ηλικία μου, τότε που στο χωριό, τα βράδια, δεν μπορούσα να κοιμηθώ αν δεν μου κρατούσε το χέρι η πατρική μου γιαγιά κι αν ο παππούς δεν μου έλεγε μια ιστορία μέχρι να με πάρει ο ύπνος.

Τα χρόνια περνούσαν κι έφηβος πια κατέβαινα από την Αθήνα τα καλοκαίρια στην Κρήτη και με λαχτάρα ανυπομονούσα να ξαναδώ τους παππουδογιαγιάδες μου. Πάντα ζήλευα τον παππού μου, που όλη μέρα ξιπόλητος στα περβόλια δεν τον ενοχλούσαν τα  αγκάθια και οι πέτρες. Και που ήξερε να απαγγέλει απ’ έξω ολόκληρο σχεδόν τον Ερωτόκριτο. Αλλά και τον άλλο μου παππού, που έβαζε με μαεστρία το σαμάρι στο γαϊδουράκι του και μου μάθαινε κι εμένα με υπομονή πώς να ανεβαίνω πάνω στο ζωντανό και πώς να του δίνω οδηγίες.

Με νοσταλγία μου έρχεται στη μνήμη και η γιαγιά μου, λυγερόκορμη και σβέλτη, που κρατώντας με απ’ το χέρι με περνούσε, πέτρα-πέτρα απ’ το ποταμάκι του χωριού χωρίς να βρέξουμε τα πόδια μας. Αλλά και η γιαγιά μου η Αιμιλία που αφού άρμεγε την κατσίκα έπιανε το μαντολίνο και έπαιζε…

Όλες αυτές οι μνήμες και οι θύμησες πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία μπροστά μου όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο των καλών συναδέλφων, της Έλενας και της Αναστασίας.

Με τον ευρηματικό τίτλο: «Των παιδιών μας τα παιδιά» και διευκρινιστικό υπότιτλο «Τρεις γενιές σε μια οικογένεια» οι συγγραφείς θέτουν ως στόχο του πονήματός τους να ελέγξουν τη βασική υπόθεση, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά: Ότι δηλαδή όχι μόνο ο πατέρας και η μητέρα αλλά και οι παππούδες και οι γιαγιάδες μπορούν να γίνουν εξίσου καλοί επικοινωνιακοί σύντροφοι για τα εγγόνια τους από τις πρώτες μέρες της ζωής τους. Αυτό επιτυγχάνεται με την εμπλοκή των συγγραφέων ως ερευνήτριες στη μελέτη της επικοινωνίας των βρεφών με τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Και όπως αναφέρεται στον πρόλογο του βιβλίου: «Καθώς οι μελέτες αυτές απαιτούσαν την επαφή και τη συνεργασία των ερευνητριών με τις οικογένειες των βρεφών ανά 15 ημέρες και για περίπου οκτώ μήνες, η εμπειρία που αποκτήσαμε ως ερευνήτριες δεν περιορίστηκε μόνο στην καταγραφή και την ανάλυση των δεδομένων για τις ανάγκες της μελέτης. Η βιωματική προσωπική μας προσέγγιση με τις οικογένειες οδήγησαν στην απόκτηση μιας πολύ βαθύτερης και ουσιαστικότερης γνώσης πέρα και πάνω από τα όποια στεγνά επιστημονικά ευρήματα».

Επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο να σας αναδιηγηθώ μια ιστορία. Μου ήρθε κι αυτή στο μυαλό διαβάζοντας το βιβλίο. Γιατί, η αξία ενός συγγράματος δεν είναι οι προσφερόμενες, μόνο, γνώσεις που στο παρόν πόνημα είναι εκ των ων ουκ άνευ. Είναι και το άρωμα που σου αφήνει, οι συνειρμοί που σου δημιουργεί, η ανάγκη για ενδοσκόπηση, για ένα πιο προσεκτικό κοίταγμα στον καθρέφτη.

«Πάντρεψε τον μονάκριβο γιο του και από την αγάπη που του είχε, του έκανε δώρο όλη την περιουσία του, δεν κράτησε τίποτα... Σπίτι, κτήμα και χρήματα, όλα περιήλθαν στο όνομα του μονάκριβου γιου του.

Ήταν ένας χαρούμενος παππούς... Ήταν και ένας χαρούμενος γιος, με την γυναίκα του και τα μικρά τους παιδιά... Οι χαρούμενες στιγμές όμως πέρασαν και για αντάλλαγμα... η νύφη του και ο γιος του, τον πέταξαν στο υπόγειο να μένει...
«Δεν πρέπει τα παιδιά, να είναι μαζί με ηλικιωμένους, γιατί περνάνε διάφορες αρρώστιες και οι ίδιοι πρέπει να έχουν την ησυχία τους.» ...έλεγαν οι δύο νέοι ευεργετημένοι γονείς, για τον παππού.  Έστελναν το εξάχρονο παιδί τους, να του δίνει ένα πιάτο φαί. Και ήταν ικανοποιημένοι, που του είχαν όλα τα φάρμακα στο κομοδίνο του και μία τηλεόραση για παρέα. Τρώγανε και κάνανε τραπέζια, σπίτι τους...

«Τι άλλο θέλει, τώρα πια ένας γέρος;» Έλεγαν στους φίλους τους και καμάρωναν. «Θα μας προσέχετε και μας ή θα μας ξεχάσετε; Είδατε πώς αγαπάμε εμείς τον παππού;» λέγανε στα παιδιά τους.

«Τόσοι γέροι εγκαταλείπονται στα ιδρύματα...» συμπλήρωναν και κατηγορούσαν γνωστούς τους... ξέροντας πως εκείνοι είχαν εκπληρώσει το χρέος τους...
Μία μέρα  έδωσαν στον εξάχρονο γιο τους μια κουβέρτα, να την πάει στον παππού του... Σκεφτόντουσαν τόσο πολύ τον παππού και νοιαζόντουσαν για εκείνον...

Τότε ήταν που ο γιος τους, πηρέ ένα ψαλίδι και την έκοψε στην μέση..!
Ναι στην μέση ακριβώς! Δεν πρόλαβαν καν να τον σταματήσουν...
«Γιατί παιδί μου το έκανες αυτό;» φώναξε ο πατέρας του, με έντονο ύφος.
Και το μικρό αγοράκι, με καλοσύνη στα μάτια του και όπως του είχαν μάθει οι γονείς του, απάντησε:

«Το κρεβάτι του παππού μου είναι μικρό και η κουβέρτα θα περισεύει.
Θα κρατήσω το μισό κομμάτι για σένα μπαμπά. Όταν γεράσεις, να σκεπάζεσαι και εσύ όπως ο παππούς μας..."

Οι γονείς συγκλονίστηκαν. Κατάλαβαν το μεγάλο λάθος τους!
Πήγαν με δάκρυα στα μάτια και με ντροπιασμένο πρόσωπο, γονάτισαν μπροστά στον πικραμένο πατέρα και του ζήτησαν συγχώρεση…»

Δεν θεωρώ ότι είμαι ο καταλληλότερος να κάνω επιστημονική ανάλυση του παρόντος βιβλίου. Άλλωστε, γι αυτό θα μιλήσουν οι δύο συγγραφείς αλλά και ο κ. Κουρκούτας ως πανεπιστημιακός δάσκαλος και με την εμπειρία του ως κλινικός ψυχολόγος.

Εμένα, θα μου επιτρέψετε να καταθέσω την εμπειρία και τις σκέψεις μου ως εκπαιδευτικός τάξης, που ζω καθημερινά τις σχέσεις ανάμεσα στις τρεις γενιές: παιδί-γονείς-παππουδογιαγιάδες.

Δεν μπορώ να ξεχάσω μια περίπτωση που έζησα και βίωσα από κοντά το 2005, όταν έκανα Μετεκπαίδευση στο Διδασκαλείο. Είχα να ασχοληθώ με μια μελέτη περίπτωσης, στο μάθημα του κ. Κουρκούτα, συμπτωματικά.

«Τέσσερα παιδιά. Τρία αγόρια, ένα κορίτσι. Ανήλικα όλα. Η μητέρα, ναρκομανής, είχε σκοτωθεί σε τροχαίο και ο πατέρας πέθανε μέσα στη φυλακή από χρήση ναρκωτικών. Το κοριτσάκι το πήραν οι μητρικοί παππούς και γιαγιά στην Αθήνα. Τα τρία αγόρια έμειναν στο Ρέθυμνο για να μεγαλώσουν με τους πατρικούς παππού και γιαγιά. Για κακή τύχη πέθανε κι ο παππούς όταν τα αγόρι που μελετούσα ως περίπτωση ήταν μόλις δύο ετών. Έτσι όλο το βάρος για την ανατροφή των τριών παιδιών έπεσε στη γιαγιά η οποία με πλήρη αίσθηση του ρόλου της αλλά και των τεράστιων ευθυνών που είχε επωμιστεί έκανε το καλύτερο δυνατό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το παιδί που μελετούσα, σε ηλικία 10 ετών, κοιμόταν ακόμα στο κρεβάτι της γιαγιάς, ενώ όταν ο μεγαλύτερος αδερφός του, ενήλικος πια, του ζήτησε να πάνε να μείνουν μαζί, αυτός δεν εγκατέλειψε το σπίτι της γιαγιάς».

Αντιλαμβανόμαστε όλοι τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε η γιαγιά σε αυτή την περίπτωση, αφού είχε επωμιστεί το ρόλο του πατέρα, της μάνας, του παππού αλλά και της ίδιας. Πράγματι ηρωική μορφή!

Όσον αφορά στην εκπαιδευτική πραγματικότητα και καθημερινότητα, η εμπλοκή και η συμμετοχή των παππούδων και  των γιαγιάδων, εφόσον βέβαια κατοικούν κοντά με τα παιδιά και εγγόνια, είναι κάτι παραπάνω από εμφανής:

Ο παππούς ή η γιαγιά θα φέρουν το πρωί και θα πάρουν το μεσημέρι το εγγόνι τους από το σχολείο. Μια καθημερινότητα που λειτουργεί ανακουφιστικά για τους εργαζόμενους, πλέον, γονείς. Και παρατηρώντας κανείς προσεκτικά τον παππού ή γιαγιά να κρατάει απ’ το χέρι το εγγόνι, αντιλαμβάνεται κανείς τη διαφορά από τους δικούς μας παππούδες και γιαγιάδες: Η γιαγιά δεν είναι πια με κότσο και κεφαλομάντηλο, αλλά είναι μοντέρνα ντυμένη και παίρνει το εγγονάκι της με το αυτοκίνητο ή το μηχανάκι. Το ίδιο ισχύει και με τον παππού που κρατάει το i-phone, έχει λογαριασμό στο facebook, και μπορεί να βρει περισσότερους διαύλους επικοινωνίας με το εγγόνι του.

Αυτό, βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν αναιρεί τους ρόλους που παραδοσιακά τους έχουν αποδοθεί: Η στοργική γιαγιά με τη ζεστή αγκαλιά και τα χάδια και ο σοφός παππούς που με τις ιστορίες του μαγνητίζει και κρατά προσηλωμένα τα εγγόνια.

Αλλά και στη σχολική καθημερινότητα ο παππούς και η γιαγιά αναλαμβάνουν πιο ενεργό ρόλο από ότι παλιότερα. Και οι δυο, σε πολλές περιπτώσεις, είναι πλέον μορφωμένοι και έχουν τη δυνατότητα να βοηθήσουν τα εγγόνια τους στην προετοιμασία των μαθημάτων. Και από προσωπική εμπειρία έχω διαπιστώσει ότι τα εγγόνια δέχονται με μεγαλύτερη ευκολία   τον παππού ή τη γιαγιά να τα βοηθήσει στα μαθήματα, αφού, εκ των προτέρων, γνωρίζει ότι διαθέτει περισσότερη υπομονή από το γονέα και η επίπληξη που πιθανόν να δεχθεί θα είναι με μικρότερη ένταση, ενώ ο έπαινος δίνεται με μεγαλύτερη γενναιοδωρία. Αλλά και οι ίδιοι οι γονείς, όταν φτάνουν σε αδιέξοδο στις σχέσεις τους με τα παιδιά αναφορικά με την καθημερινή σχολική προετοιμασία ζητούν τη βοήθεια του παππού και της γιαγιάς, εφόσον, βέβαια, όπως προείπαμε, ότι έχουν τη δυνατότητα και το επίπεδο να την προσφέρουν. Άλλωστε, λόγω της έντονης καθημερινότητας, του εργασιακού άγχους και της έλλειψης επαρκούς ελεύθερου χρόνου, οι γονείς ασχολούνται όλο και λιγότερο με τα παιδιά τους, με τις ψυχικές αντοχές να ελαττώνονται και οι συναισθηματικές εκρήξεις να είναι όλο και περισσότερες και συχνότερες. Αυτή τη ζητούμενη οικογενειακή ηρεμία και ισορροπία έρχονται να «επιβάλλουν» σε πολλές περιπτώσεις οι παππουδογιαγιάδες, που πολλές φορές αναλαμβάνουν και ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά.

Ακόμα, ο παππούς και η γιαγιά είναι αυτοί που θα κρατήσουν ζωντανή την παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα της φυλής μας και θα τα μεταλαμπαδεύσουν ατόφια στα εγγόνια τους. Σε αυτούς θα προστρέξουν τα παιδιά για να πάρουν πληροφορίες για την εργασία του σχολείου που  αφορά τη λαογραφία, την καταγραφή ενός παλιού εθίμου, ενός ξεχασμένου τραγουδιού, ενός επαγγέλματος που έχει χαθεί.

Η σχέση, βέβαια, αυτή και η συνεισφορά  δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αντικαταστήσει τους γονείς. Αυτοί είναι που χαράζουν και αποφασίζουν τον τρόπο ανατροφής του παιδιού ή των παιδιών τους. Αυτοί θα αποφασίσουν για το «τι», το «πώς» το «πού» και το «γιατί». Αυτοί εν κατακλείδι είναι υπεύθυνοι αλλά και υπόλογοι για την εν  γένει στάση και συμπεριφορά του παιδιού. Και ‘όπως αναφέρουν εμφατικά οι συγγραφείς: «Οι γονείς οφείλουν να θυμούνται ότι η στήριξη των παππούδων και των γιαγιάδων δεν είναι δεδομένη αλλά παράλληλα οι παππούδες και οι γιαγιάδες πρέπει να σέβονται την ανατροφική πορεία που χάραξαν οι νέοι γονείς».

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε κάποια στοιχεία του πονήματος που εγώ τουλάχιστον τα θεωρώ σημαντικά:

1.     Συχνά οι παππούδες και οι γιαγιάδες συνδέονται περισσότερο συναισθηματικά με τα εγγόνια παρά με τα δικά τους παιδιά, πράγμα που κάνει αυτή μοναδική.

2.     Ο παππούς και η γιαγιά έχουν ταυτιστεί στη συνείδηση των εγγονιών με το πρόσωπο που θα τους κάνει αστεία και θα ικανοποιήσει όλα τους τα χατίρια.

3.     Όσο ο έφηβος μεγαλώνει και ωριμάζει τόσο περισσότερο τείνει να αποδέχεται την αξία των λόγων του σοφού παππού και της αγαπημένης γιαγιάς.

4.     Η συνδρομή του παππού και της γιαγιάς σε ξαναπαντρεμένους γονείς ή μονογονεϊκές οικογένειες βοηθάει το παιδί να διανύσει μια ομαλή και φυσιολογική ανάπτυξη.

Κλείνοντας, θα ήθελα να εκφράσω τα θερμά μου συγχαρητήρια στους δύο συγγραφείς που με τρόπο μοναδικό κατάφεραν να προσαρμόσουν μια αυστηρά επιστημονική-ερευνητική εργασία και να την προσφέρουν στο αναγνωστικό κοινό σε μια απλουστευμένη και εύληπτη μορφή, χωρίς όμως. σε καμία περίπτωση, να απολέσει την επιστημονική ταυτότητά και το κύρος της.

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Υγειονομική έκθεση των εστιατορίων του Ρεθύμνου του 1902

Πολιτικοί αχυράνθρωποι.

Μια κουμπαριά που άλλαξε… κουμπάρο!