Η Μάχη της Κρήτης και η αντίσταση των Κρητικών

 



Με την ονομασία «Μάχη της Κρήτης» έμεινε στην Ιστορία η αεραποβατική επιχείρηση που επιχείρησε η Ναζιστική Γερμανία κατά της Κρήτης στις 20 Μαΐου 1941 και η οποία έληξε δώδεκα ημέρες μετά, την 1η Ιουνίου, με την κατάληψη της Μεγαλονήσου. Ήταν μια από τις σημαντικότερες μάχες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με πολλές πρωτιές σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Οι Γερμανοί, αφού πραγματοποίησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, 6-30 Απριλίου 1941 την κατάκτηση της ηπειρωτικής Ελλάδας, άρχισαν αμέσως να προπαρασκευάζονται για την κατάκτηση της Κρήτης. Η εισβολή των Γερμανών έπρεπε να πραγματοποιηθεί σύντομα και κατά τρόπο κεραυνοβόλο, για να συνεχίσουν τα κατακτητικά τους σχέδια προς Ρωσία, Μάλτα και Κύπρο. Την πρόταση για εισβολή από αέρος στην Κρήτη έκανε, στον αρχηγό της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας, Χέρμαν Γκαίρινγκ, ο πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, δημιουργός της μεραρχίας αλεξιπτωτιστών και διοικητής του 11ου Αεροπορικού Σώματος. Οι δυο τους επισκέφτηκαν τον Χίτλερ στις 21 Απριλίου 1941, ο οποίος εξέφρασε επιφυλάξεις προβλέποντας μεγάλες απώλειες και προτείνοντας τη χρησιμοποίηση των αλεξιπτωτιστών για την κατάκτηση της Μάλτας. Ωστόσο έδωσε την έγκρισή του για την επιχείρηση, που ονομάστηκε Ερμής, εκδίδοντας την υπ' αριθμό 28 Διαταγή γενικών Επιχειρήσεων, στις 25 Απριλίου 1941.

Η Μάχη της Κρήτης ήταν αμυντική και όχι επιθετική επιχείρηση, όπως αποδείχτηκε αργότερα. Οι Γερμανοί είχαν ως στόχο να εξασφαλίσουν τα νοτιοανατολικά τους νώτα, ενόψει της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσσα» (εκστρατεία στη Ρωσία) και να εφορμήσουν στην Αφρική, με εφαλτήριο την Κρήτη, όπως πίστευαν οι Σύμμαχοι.

Στις 31 Οκτωβρίου 1940 έφτασαν στην Κρήτη οι πρώτες βρετανικές δυνάμεις για την άμυνά της, αντιλαμβανόμενες τον γερμανικό κίνδυνο. Τα μέσα που διέθεταν όμως, ήταν μόλις 20 αντιαεροπορικά και λίγα επάκτια τηλεβόλα. Η ελληνική πολιτική ηγεσία είχε επαναπαυτεί, θεωρώντας την άμυνα της Κρήτης εξασφαλισμένη από τους Βρετανούς. Έτσι απέσυρε την V’ Μεραρχία για το μέτωπο στην Ήπειρο. Ο Βρετανός Ναύαρχος δήλωσε ότι οποιαδήποτε απόβαση στην Κρήτη ήταν αδύνατη όσο ο ίδιος φρουρούσε την περιοχή.

Λίγο πριν την κατάληψη της Αθήνας από τους Γερμανούς, συγκεκριμένα στις 23 Απριλίου 1941 ο βασιλιάς Γεώργιος και η ελληνική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Εμμανουήλ Τσουδερό κατέφυγαν στην Κρήτη και συγκεκριμένα στην περιοχή των Χανίων, τη μόνη ελεύθερη ακόμα περιοχή της Ελλάδας.

Την παραμονή της επίθεσης οι Σύμμαχοι είχαν τακτικό πλεονέκτημα σε ξηρά και θάλασσα, ενώ οι Γερμανοί στον αέρα. Έτσι, το γερμανικό επιτελείο αποφάσισε να διεξαγάγει την επιχείρηση από αέρος, με τη χρησιμοποίηση δυνάμεων αλεξιπτωτιστών σε ευρεία κλίμακα, για πρώτη φορά στην παγκόσμια στρατιωτική Ιστορία. Επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων τέθηκε ο Πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, 51 ετών, βετεράνος πιλότος του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Είχε στη διάθεσή του 1.190 αεροπλάνα (πολεμικά και μεταγωγικά) και 29.000 άντρες (αλεξιπτωτιστές και πεζικάριους) ενώ οι Ιταλοί θα συνεισέφεραν 3.000 στρατιώτες.

Την Κρήτη υπερασπίζονταν όσοι Έλληνες στρατιώτες είχαν παραμείνει στο νησί και δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιωτικοί) που είχαν διεκπεραιωθεί από την ηπειρωτική Ελλάδα. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο Νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ, 52 ετών, βετεράνος κι αυτός του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Οι υπερασπιστές της Κρήτης ανέρχονταν σε περίπου 40.000, αλλά είχαν ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό, ιδίως οι Έλληνες.

Οι Σύμμαχοι γνώριζαν με μεγάλες λεπτομέρειες το γερμανικό σχέδιο επίθεσης, αφού είχαν κατορθώσει, για πρώτη φορά, να σπάσουν τον γερμανικό κώδικα επικοινωνιών, «Επιχείρηση Αίνιγμα». Όμως, το πλεονέκτημα αυτό δεν το εκμεταλλεύτηκαν λόγω των διαφωνιών του Φράιμπεργκ με τους ανωτέρους του στο Λονδίνο. Οι Αμερικανοί, βέβαια, δεν είχαν εισέλθει ακόμα στον πόλεμο.

 Η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 8.00 το πρωί της 20ης Μαΐου 1941, με τη ρίψη αλεξιπτωτιστών σε δύο μέτωπα: στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων. Τα πρώτα κύματα αλεξιπτωτιστών ήταν εύκολη λεία για τους Νεοζηλανδούς και τους Έλληνες που υπερασπίζονταν το Μάλεμε. Στις μάχες έλαβε μέρος και μεγάλος αριθμών αμάχων, με ό,τι όπλο είχαν στη διάθεσή τους. Από γεωργικά εργαλεία και μαχαίρια μέχρι όπλα από τις τελευταίες κρητικές επαναστάσεις.

Η συμμετοχή χιλιάδων αμάχων στις επιχειρήσεις ήταν ένας παράγοντας που δεν είχαν υπολογίσει οι Γερμανοί σχεδιαστές της επιχείρησης. Πίστευαν ότι οι Κρητικοί, γνωστοί για τα αντιμοναρχικά τους αισθήματα, θα υποδέχονταν τους Γερμανούς ως ελευθερωτές. Μια ακόμη λανθασμένη εκτίμηση της γερμανικής αντικατασκοπείας, υπό τον ναύαρχο Βίλχεμ φον Κανάρις, ήταν ο αριθμός των μαχητών στην Κρήτη, τους οποίους υπολόγιζαν σε μόλις 5.000 άντρες.

 Στις 4.00 το απόγευμα της 20ης Μαΐου, ένα νέο κύμα αλεξιπτωτιστών έπεσε στο Ρέθυμνο και μία ώρα αργότερα στο Ηράκλειο, αφού είχαν προηγηθεί σφοδροί και ανελέητοι βομβαρδισμοί που προξένησαν μεγάλες υλικές καταστροφές και δημιούργησαν κλίμα φόβου και ανασφάλειας στους κατοίκους.

Χαρακτηριστικές είναι οι περιγραφές του Μάρκου Πολιουδάκη, του ιστορικού της Μάχης της Κρήτης, αναφορικά με τους βομβαρδισμούς στο Ρέθυμνο. Κύματα από καταδιωκτικά δικινητήρια ΜΕΣΣΕΡΜΙΤ 109 κατέβαιναν χαμηλά και πολυβολούσαν. Τα μαχητικά-βομβαρδιστικά δικινητήρια ΜΕΣΣΕΡΜΙΤ 110 ανενόχλητα βομβάρδιζαν στρατιωτικούς στόχους, πολίτες, αυτοκίνητα, πλοία στα λιμάνια και πολεμικά στη θάλασσα, ανοχύρωτες πόλεις με άμαχο πληθυσμό, χωριά, συνοικισμούς, μεμονωμένους ανθρώπους, ακόμη και ζώα και θημωνιές σιτηρών.

 Οι σειρήνες των χαμηλοπετούντων αεροπλάνων σφύριζαν δαιμονισμένα και μαζί με τους θορύβους των κινητήρων και τα σφυρίγματα των βομβών και των τροχιοδεικτικών συνέθεταν μια συναυλία δαιμονισμένη. Αυτή έπαιζε περισσότερο ψυχολογικό ρόλο, να κάμψει δηλαδή το φρόνημα των μαχητών και αμάχων, παρά το φονικό αποτέλεσμα που είχαν τα βλήματά τους. Τα βομβαρδιστικά JU 87, τα τρομερά στούκας, καθέτου εφορμήσεως με τις κίτρινες μύτες, φάνταζαν σαν αλλόκοτα όρνια που χιμούσαν να κατασπαράξουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. 

Ο ορυμαγδός των κινητήρων, οι σειρήνες των αεροπλάνων, οι κροταλισμοί των πολυβόλων και η βροχή των βομβών που ξερνούσαν τα αλλεπάλληλα κύματα των αεροσκαφών, σπούσαν τα νεύρα και καθήλωναν όλους τους πολεμιστές στις θέσεις τους.

Η γη συγκλονιζόταν από το δυνατό δόνισμα κι όλη η περιοχή ήταν τυλιγμένη σε μια πυκνή αντάρα, από τη φωτιά και τη λαύρα που ξεχυνόταν από τα σύννεφα της σκόνης, απ’ την καταστροφή.

 Τα σπίτια στην πόλη μέσα έγιναν ερείπια κι έχασκαν. Οι δρόμοι αδιάβατοι, οι υδροσωλήνες σπασμένοι, σπίτια και μαγαζιά, όσα δεν έπεσαν, ήταν ορθάνοιχτα από τις πιέσεις των αερίων. Ένα πυκνό σάβανο μαύρου καπνού σκέπαζε την πόλη. Τα πάντα είχαν εξαφανιστεί σε μια περιοχή με επίκεντρο τη Μητρόπολη και την Αγία Βαρβάρα. Μόνο οι δυο εκκλησίες, σαν από θαύμα, στέκονταν, όπως ήταν. Ένας καναπές σκαρφαλωμένος στην τρούλα του τρούλου του καμπαναριού θύμιζε την ένταση του βομβαρδισμού. Η πόλη εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους και τις Αρχές. Τη νύχτα λεηλατήθηκε από κλέφτες και λωποδύτες, που συμπλήρωσαν την καταστροφή.

 Η πρώτη μέρα της Μάχης της Κρήτης έληξε με μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς και αβέβαια έκβαση. Ο στόχος των Γερμανών για την κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε απέτυχε. Απέτυχε έτσι κι ο στόχος για άμεση χρησιμοποίηση του αεροδρομίου για προσγείωση γερμανικών μεταγωγικών αεροπλάνων. Κατέλαβαν όμως το περιβόητο ύψωμα 107, που δέσποζε του αεροδρομίου.  Ο Διοικητής των γερμανικών δυνάμεων Κουρτ Στούντεντ, απογοητευμένος από την εξέλιξη των επιχειρήσεων, σκέφτηκε ακόμα και την αυτοκτονία, αναλογιζόμενος την υπόσχεση που είχε δώσει στον Φύρερ για μια εύκολη νίκη. Το βράδυ της ίδιας μέρας, μετά από μεγάλες περιπέτειες, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση μεταφέρθηκαν με βρετανικό πολεμικό πλοίο στην Αίγυπτο.

Από τα ξημερώματα της 21ης Μαΐου οι μάχες συνεχίστηκαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα και στα τέσσερα μέτωπα. Οι Γερμανοί επικεντρώθηκαν στην κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε, όπως ήταν ο αρχικός τους στόχος και τα κατάφεραν προς το τέλος της ημέρας. Επωφελήθηκαν από την ασυνεννοησία στις τάξεις των Συμμάχων, αλλά υπέστησαν και μεγάλες απώλειες. Ανάμεσα στους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που κατέλαβαν το Μάλεμε, ήταν και μια μεγάλη προσωπικότητα του αθλητισμού και της πυγμαχίας, ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών Μαξ Σμέλινγκ, 36 ετών, που έφερε τον βαθμό του δεκανέα.

Η κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε, με παράλληλη κατάληψη του αεροδρομίου της Πηγής στο Ρέθυμνο, ήταν στρατηγικής σημασίας για την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Οι Γερμανοί άρχισαν να μεταφέρουν μεγάλες δυνάμεις από την Ελλάδα και με τον σύγχρονο εξοπλισμό που διέθεταν ήταν θέμα χρόνου η κυριαρχία τους στην Μεγαλόνησο. Παράλληλα, δύο γερμανικές νηοπομπές, 60 καΐκια με συνοδεία ιταλικών τορπιλακάτων, τα οποί ξεκίνησαν από Χαλκίδα και Πειραιά μεταφέροντας δύο τάγματα ορεινών καταδρομέων, επισημάνθηκαν από τον βρετανικό στόλο που βύθισε 15 από αυτά, τα δε υπόλοιπα αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στη Μήλο. Πολλοί πνίγηκαν μπροστά στά μάτια των αλεξιπτωτιστών που πετούσαν από πάνω τους μέσα στα Γιούνκερ προς Κρήτη.

 Τις επόμενες πέντε ημέρες διεξάγονταν σκληρές μάχες σε όλο το βόρειο μέτωπο της Κρήτης, από τα Χανιά μέχρι το Ηράκλειο. Οι συμμαχικές και ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, συνεπικουρούμενες από μεμονωμένες ομάδες Κρητικών, αντιστέκονταν σθεναρά, αλλά οι Γερμανοί κέρδιζαν συνέχεια έδαφος, καταλαμβάνοντας στρατηγικής σημασίας θέσεις.

Στις 28 Μαΐου οι Γερμανοί είχαν απωθήσει τις συμμαχικές δυνάμεις προς τα νότια, καθιστώντας τον αγώνα μάταιο.  Έτσι, το Λονδίνο αποφάσισε την απόσυρση των δυνάμεων της Κοινοπολιτείας από την Κρήτη και τη μεταφορά τους στην Αίγυπτο. Όσες μονάδες δεν τα κατάφεραν, παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Πολλοί Έλληνες μαχητές και μαζί τους και 500 Βρετανοί ανέβηκαν στα απρόσιτα βουνά της Κρήτης για να συνεχίσουν τον αγώνα. Την 1η Ιουνίου, με την παράδοση 5.000 μαχητών στα Σφακιά, έπεσε η αυλαία της Μάχης της Κρήτης.

Οι απώλειες για τους Συμμάχους ήταν 3.500 νεκροί, 1.900 τραυματίες και 17.500 αιχμάλωτοι. Οι Γερμανοί, σύμφωνα με τα δικά τους στοιχεία, είχαν 3.986 νεκρούς και αγνοούμενους, 2.594 τραυματίες, ενώ έχασε 370 αεροπλάνα. Σύμφωνα, όμως, με τους συμμαχικούς υπολογισμούς οι γερμανικές απώλειες ξεπέρασαν τις 16.000 άντρες.

Η Μάχη της Κρήτης ονομάστηκε και «Νεκροταφείο των γερμανών αλεξιπτωτιστών» εξαιτίας των μεγάλων απωλειών τους, γεγονός που ανάγκασε τον Χίτλερ να διατάξει τον τερματισμό κάθε αεραποβατικής επιχείρησης στο μέλλον. Από την πλευρά τους οι Σύμμαχοι εντυπωσιάστηκαν από τις μεγάλες δυνατότητες των αλεξιπτωτιστών στη μάχη και δημιούργησαν τις δικές τους αεραποβατικές δυνάμεις.

Αμέσως μετά τη μάχη της Κρήτης ξεκίνησε η αντίσταση των Κρητικών κατά των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Δημιουργήθηκαν διάφορες αντιστασιακές ομάδες που υπάχθηκαν στο ΕΑΜ και στην ΕΟΚ. Το ΕΑΜ, όπως είναι γνωστό υποστηρίχθηκε από το κουμουνιστικό κόμμα, ενώ η ΕΟΚ, Εθνική Οργάνωση Κρήτης, είχε τη στήριξη και την υλικοτεχνική βοήθεια της SOE, που ήταν τμήμα των Βρετανικών μυστικών υπηρεσιών.

Ανεξάρτητα από τις μεταξύ τους πολιτικές διαφορές και συγκρούσεις  και τις εκατέρωθεν προσπάθειες επιρροής του κρητικού λαού και οι δύο αντιστασιακές οργανώσεις προσέφεραν τα μέγιστα στον αγώνα εναντίον του κατακτητή. Oι άμεσες πρoτεραιότητες των αντάρτικων ομάδων ήταν η σύνδεση με τo Συμμαχικό Στρατηγείo της Μέσης Ανατoλής, η περίθαλψη και φυγάδευση ξένων και Ελλήνων στρατιωτών, καθώς και o συντoνισμός τoυς μέσα από μια κoινή oργάνωση και δράση. Θα αρχίσoυν την κατασκoπευτική τoυς δράση, με την απoστoλή πληρoφoριών στη Μέση Ανατoλή. Oι συντoνισμένες εκτελέσεις συνεργατών των Γερμανών από την κρητική αντίσταση, με τη συνεργασία Άγγλων συνδέσμων, σε συνδυασμό με τις επιτυχημένες δoλιoφθoρές στα αερoδρόμια Ηρακλείoυ και Καστελίoυ από Έλληνες και Συμμάχoυς σαμπoτέρς, κατέφεραν σημαντικό πλήγμα στο γόητρο της κραταιάς γερμανικής πολεμικής μηχανής. Τo καλoκαίρι τoυ 1943, καθώς άλλαζε η έκβαση τoυ πoλέμoυ υπέρ των Συμμάχων, oι αντάρτικες oμάδες επανεμφανίζoνται πιo δυναμικά. Θα συγκρoυστoύν με τα γερμανικά στρατεύματα σε μάχες σε διάφορα σημεία σε όλη την Κρήτη. Η απαγωγή του Γενικού Στρατιωτικού Διοικητή Κρήτης, Στρατηγού Κράϊπε, στις 25 Απριλίoυ 1944, στις Αρχάνες, είναι, ίσως το πιο σημαντικό επίτευγμα της ενωμένης κρητικής αντίστασης, ενώ στις 6 Αυγoύστoυ 1944 θα πραγματoπoιηθεί στη Δαμάστα τo τελευταίo σαμπoτάζ.

 Η κρητική αντίσταση θα αναδείξει εμβληματικές μορφές, όπως ο Γεώργιος Δουνδουλάκης, ο Γεώργιος Δραμουντάνης ή Στεφανογιώργης, ο Μανώλης Μπαντουβάς, ο Πετρακογιώργης, ο καπετάν Ποδιάς, ο μαντατοφόρος Γεώργιος Ψυχουντάκης και τόσοι άλλοι. Αξιομνημόνευτη είναι και η συμμετοχή των Άγγλων αξιωματικών Πάτρικ Λη Φέρμορ και Γουίλιαμ Στάνλει Μος που συνεπικουρούσαν και οργάνωναν τις αντάρτικες ομάδες.

Οι Γερμανοί δεν περίμεναν αυτή την λυσσαλέα αντίσταση του κρητικού λαού. Από την πρώτη κιόλας μέρα της μάχης της Κρήτης, οι αλεξιπτωτιστές δεν είχαν προβλέψει την τόσο έντονη αντίσταση των Κρητικών, αφού, κυρίως ο άμαχος πληθυσμός τους προκάλεσε απρόσμενα μεγάλες απώλειες. Η Βέρμαχτ θεώρησε ότι η επέμβαση αμάχων αποτελεί παραβίαση των Συμβάσεων της Χάγης και προέβη σε εκτελέσεις αμέτοχων ανθρώπων, δείχνοντας το σκληρό και απάνθρωπο πρόσωπο του νέου κατακτητή. Τις πρώτες κιόλας μέρες της μάχης της Κρήτης, πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή Μισίρια του Ρεθύμνου τρεις ομαδικές εκτελέσεις αμάχων. Οι Γερμανοί είχαν αιχμαλωτίσει άντρες, γυναίκες και παιδιά της περιοχής και τους κρατούσαν ως ομήρους σε ένα καφενείο. Στις 23 και 24 Μαΐου, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές,  οδήγησαν στην αμμώδη παραλία τους άμαχους συλληφθέντες που έφταναν συνολικά περίπου στις 80 ψυχές. Του εκτέλεσαν όλους χωρίς αιτία. Τους πρώτους εκτελεσθέντες, περίπου 30 στον αριθμό, τους έριξαν σε ένα πηγάδι σκεπάζοντας τα πτώματα με πέτρες. Αυτούς που εκτέλεσαν τη δεύτερη μέρα, ανάμεσα στους οποίους και ένας ενενηντάχρονος τυφλός άντρας, τους περιέλουσαν με βενζίνη και κατέκαυσαν τα πτώματά τους, ενώ μερικοί ήταν ακόμη ζωντανοί.

 Την επόμενη μέρα μετά την παράδοση της Κρήτης και την οριστική επικράτηση των Γερμανών, στις 2 Ιουνίου, οι Ναζί προχώρησαν σε δεύτερο απεχθές έγκλημα πολέμου. Στο χωριό Κοντομαρί, κοντά στο Μάλεμε, αφού συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού όλους τους κατοίκους, επέλεξαν τυχαία 23 άντρες, τους οδήγησαν στους ελαιώνες τους χωριού και τους εκτέλεσαν, με τη δικαιολογία ότι το χωριό συμμετείχε στη μάχη της Κρήτης που είχε ολοκληρωθεί την προηγούμενη μέρα.  Μάλιστα, το φρικιαστικό έγκλημα καταγράφηκε και από Γερμανό πολεμικό ανταποκριτή που ακολουθούσε τους Γερμανούς στρατιώτες για τις ανάγκες της ναζιστικής προπαγάνδας.   

 Την επόμενη μέρα, στις 3 Ιουνίου τα ναζιστικά στρατεύματα, προχώρησαν στην οριστική, εκ θεμελίων, καταστροφή της Καντάνου στα Χανιά και στην εκτέλεση των περίπου 180 κατοίκων του χωριού. Η διαταγή δόθηκε από τον Συνταγματάρχη Κουρτ Στούντεντ, ως αντίποινα για τη συμμετοχή των κατοίκων του χωριού στη μάχη της Κρήτης.

Και η συνέχεια όμως ήταν ανάλογη: Στις 28 Αυγούστου 1941, ο Φριτς Σούμπερτ με τους άντρες τους, τους φοβερούς Σουμπερίτες, που τόσα εγκλήματα διέπραξαν στην Κρήτη, εκτέλεσαν τον Κοινοτάρχη του χωριού Όρος στο Ρέθυμνο, Παντελή Παπαδάκη ή Ψύλλο.

 Στις 14-16 Σεπτεμβρίου 1943, μετά από εντολή του Στρατηγού Μύλλερ, που έμεινε στην ιστορία και ως σφαγέας της Κρήτης, καταστράφηκαν ολοκληρωτικά από μονάδες της Βέρμαχτ, πάνω από 20 χωριά στις περιοχές της Βιάννου και της Ιεράπετρας και εκτελέστηκαν 461 άτομα. Το ολοκαύτωμα της Βιάννου, είναι το δεύτερο μεγαλύτερο της Ελλάδας μετά από αυτό των Καλαβρύτων.

Στις 8 Οκτωβρίου 1943, πάλι ο Σούμπερτ με τους άντρες του, αναζητώντας Κρητικούς αντάρτες, έκαψαν το χωριό Καλή Συκιά στο Ρέθυμνο, ρίχνοντας στις φλόγες ή εκτελώντας 12 γυναίκες, ανάμεσά τους και μία έγκυο.

 Οι Γερμανοί δεν κάμφθηκαν και συνέχισαν τις βαρβαρότητες τους, ακόμα και όταν έβλεπαν πως έχαναν τον πόλεμο. Στις 13 Αυγούστου 1944, με διαταγή του Στρατηγού Μύλλερ, περικύκλωσαν τα Ανώγεια και αφού εκτέλεσαν 25 κατοίκους τα ισοπέδωσαν ολοκληρωτικά με τη χρήση εκρηκτικών. Αιτία ήταν η συμμετοχή των Ανωγειανών σε αντιστασιακές ομάδες εναντίον των Γερμανών.  Στις 22 Αυγούστου 1944, πάλι με διαταγή του Στρατηγού Μύλλερ, περικύκλωσαν τα χωριά του όρους Κέντρος στο Ρέθυμνο. Δολοφόνησαν μαζικά 164 άντρες από εννιά χωριά του Αμαρίου και μετά περιέλουσαν τα πτώματα με βενζίνη, κατά την προσφιλή τους τακτική και τα έκαψαν. Στη συνέχεια λεηλάτησαν τα σπίτια και τα παρέδωσαν στις φλόγες.

Οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Ελλάδα, μετά την ήττα τους και τη συνθηκολόγηση που υπέγραψαν, τον Οκτώβριο του 1944. Για πολιτικούς λόγους που επέβαλλαν οι πολιτικές σκοπιμότητες των Άγγλων, στην Κρήτη παρέμειναν για οκτώ μήνες ακόμα, μέχρι τον Μάιο του 1945, διατηρώντας μια διόλου ευκαταφρόνητη δύναμη 17.000 ανδρών, που αναπτυσσόταν στο βόρειο τμήμα του Ν. Χανίων, από το λιμάνι της Σούδας μέχρι το αεροδρόμιο του Μάλεμε.

 Τον Ιούνιο του 1945, ο υπηρεσιακός Πρωθυπουργός της Ελλάδας Πέτρος Βούλγαρης ανέθεσε σε μια τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τον Νίκο Καζαντζάκη και τους πανεπιστημιακούς  Γιάννη Κακριδή και Γιάννη Καλλιτσουνάκη την εκπόνηση μιας υπηρεσιακής έκθεσης στην οποία θα καταγράφονταν οι ωμότητες που διέπραξαν τα Γερμανικά και τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής στην Κρήτη κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι τρεις άντρες, με βαθύ αίσθημα ευθύνης, περιέτρεξαν απ’ άκρου σ’ άκρου το νησί και κατέγραψαν όλες τις φρικαλεότητες και καταστροφές των Γεμανών, κυρίως, τόσο σε ανθρώπινες απώλειες όσο και σε υλικές καταστροφές, λεηλασίες και κλοπές.

Η Κρήτη, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στους Γερμανούς κατακτητές. Έναν φόρο που η αξία του δεν μετράται σε χρήμα. Έναν φόρο που δεν ξεπληρώθηκε ποτέ, ούτε καν υλικά. Το υπέρογκο κατοχικό δάνειο ουδέποτε επιστράφηκε. Ούτε οι πολεμικές αποζημιώσεις, παρόλες τις υπενθυμίσεις και προσφυγές των κατά καιρούς κυβερνήσεων και Επιτροπών.


Η ομιλία εκφωνήθηκε στις 20 Μάϊου 2022 στην Κω, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που οργάνωσε ο Δήμος Κω με τον Σύλλογο Κρητών της Κω "ΤΑΛΩΣ", με αφορμή την 81η επέτειο για τη μάχη της Κρήτης, με καλεσμένο τον ΟΜΙΛΟ ΒΡΑΚΟΦΟΡΩΝ ΚΡΗΤΗΣ. 



 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Υγειονομική έκθεση των εστιατορίων του Ρεθύμνου του 1902

Η παραδοσιακή κρητική φορεσιά στο πέρασμα του χρόνου

Πολιτικοί αχυράνθρωποι.